Το κύριο χαρακτηριστικό της συμβάσεως αορίστου χρόνου είναι πως δεν προσδιορίζεται το χρονικό σημείο λήξεως της. Κατά συνέπεια η σύμβαση αορίστου χρόνου εκτελείται και εξακολουθεί να υφίσταται έως ότου την καταγγείλει νομίμως ένα από τα μέρη και εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις που επιτάσσει ο Νόμος.
Ο Νόμος παρέχει τεκμήριο ότι, εάν δεν προκύπτει διαφορετικά από τη βούληση των μερών όπως ερμηνεύεται από το περιεχόμενο της συμβάσεως ή λείπουν οι προϋποθέσεις για την έγκυρη σύναψη άλλου τύπου συμβάσεως, μια σύμβαση εργασίας λογίζεται αορίστου χρόνου.Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και επομένως ανατρέψιμο. Δέον να τονιστεί πως δεν είναι δυνατό να απολυθεί μισθωτός χωρίς προηγουμένως να έχει ασφαλιστεί από τον εργοδότη.
Λύση της συμβάσεως αορίστου χρόνου
Καταγγελία
α) Από τον εργοδότη:
Η σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία η οποία για να είναι έγκυρη και να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της πρέπει να γίνεται εγγράφως, να κοινοποιείται στο μισθωτό και να καταβάλλεται σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση.
Ειδικότερα:
Εάν η καταγγελία δε γίνει εγγράφως, θεωρείται ως μη γενομένη καθώς ο έγγραφος τύπος είναι συστατικό στοιχείο της. Η καταγγελία δεν απαιτείται καταρχήν να αναγράφει τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή καθώς δεν απαιτείται η συνδρομή σπουδαίου λόγου, όπως συμβαίνει στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, όπως σε όλες τις συμβάσεις, η άκαιρη καταγγελία υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας.
Η καταγγελία πρέπει να είναι ορισμένη και να ενεργηθεί από τον εργοδότη ή από νόμιμο εκπρόσωπό του. Εάν την καταγγελία ενεργήσει πρόσωπο χωρίς να έχει αρμοδιότητα, είναι άκυρη. Μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας ενεργεί καταρχήν ως νέα καταγγελία.
Η καταγγελία κοινοποιείται στο μισθωτό με έγγραφο που του παραδίδεται (όχι απαραίτητα με δικαστικό επιμελητή) και υπογράφει σε δυο αντίτυπα προκειμένου να λάβει γνώση της απολύσεώς του.
Η καταγγελία της συμβάσεως μισθωτού πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως, διαφορετικά είναι άκυρη. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα εργασίας του πριν την καταγγελία.
Εάν το μισθωτός αρνηθεί να παραλάβει την προσφερθείσα αποζημίωση, ο εργοδότης δικαιούται να καταθέσει άμεσα το ισόποσό της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο όνομα του απολυθέντος μισθωτού. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται να γνωστοποιήσει στο μισθωτό την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
β) Από το μισθωτό:
Η καταγγελία του μισθωτού δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο.
Ο μισθωτός υπάλληλος που καταγγέλλει τη σύμβασή του με τον εργοδότη υποχρεούται να τηρήσει προθεσμία προμήνυσης, η οποία είναι η μισή από αυτή που προβλέπεται για τον εργοδότη (ανάλογα με τα έτη εργασίας του στο συγκεκριμένο εργοδότη) και δεν μπορεί να είναι πάνω από τρεις (3) μήνες. Για τους εργάτες οι προθεσμίες διαφέρουν.
Εάν ο υπάλληλος καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του και αποχωρήσει αμέσως από αυτή, η καταγγελία του δεν είναι άκυρη αλλά αντίθετα επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, οφείλεται όμως στον εργοδότη αποζημίωση η οποία ισούται με τις αποδοχές που θα ελάμβανε ο μισθωτός εάν είχε τηρήσει την προθεσμία προμήνυσης.
Την εν λόγω αποζημίωση διεκδικεί ο εργοδότης δικαστικά με αγωγή, δεν μπορεί όμως να συμψηφίσει τυχόν οφειλές του προς τον εργαζόμενο με την εν λόγω αποζημίωση.
Όσα αναφέρονται στα γενικά περί Συμβάσεων Εργασίας Σχόλια σχετικά με την υποχρέωση αναγγελίας της λήξεως της εργασιακής σχέσεως έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Εάν δεν καταρτισθεί εγγράφως η καταγγελία ή εάν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση ή εάν δεν είχε ασφαλιστεί ο μισθωτός που απολύθηκε, η καταγγελία είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενομένη.
Εάν δεν έγινε αναγγελία της καταγγελίας, αυτή δεν είναι άκυρη, αλλά ο εργοδότης υπέχει (διοικητικές και ποινικές) κυρώσεις λόγω της παράλειψης, όπως αναλύεται στα Εισαγωγικά Σχόλια των Συμβάσεων Εργασίας.
Υποχρεώσεις Εργοδότη
Ο ακύρως καταγγέλλων εργοδότης είναι υπερήμερος όσον αφορά στην αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου εάν πράγματι κατά το χρονικό διάστημα μετά την άκυρη καταγγελία ο εργαζόμενος δύναται και προσφέρεται να παράσχει την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος αρνείται να την αποδεχθεί.
Ο ακύρως καταγγέλλων εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο το σύνολο των αποδοχών του (αφαιρουμένης πάσης ωφελείας του εργαζομένου την οποία ο εργοδότης επικαλείται και αποδεικνύει) μέχρι την ημέρα που θα ενεργήσει έγκυρη καταγγελία ή, σπανιότερα, που θα αποδεχθεί την προσφερομένη εργασία του εργαζομένου και θα παύσει να είναι υπερήμερος.
Ο εργοδότης δικαιούται να συμψηφίσει το ποσό της καταβληθείσας αποζημιώσεως συνεπεία της άκυρης καταγγελίας με τις αποδοχές υπερημερίας που οφείλει ή/ και να προτείνει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του εργαζομένου για τη λήψη των εν λόγω αποδοχών λόγω υπερημερίας του εργοδότη.
Δικαιώματα απολυθέντος εργαζομένου
Ο απολυθείς εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικώς η ακυρότητα της καταγγελίας του εργοδότη του, όταν μια από τις ως άνω προϋποθέσεις του εγκύρου της καταγγελίας που επιτάσσει ο Νόμος δεν τηρήθηκε εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών. Παράλληλα δύναται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εάν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω τρίμηνος προθεσμία, η καταγγελία θεωρείται έγκυρη.
Από την άλλη πλευρά, στην περίπτωση κατά την οποία η καταγγελία θεωρείται άκυρη λόγω μη καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως, ο εργαζόμενος μπορεί να μην επιθυμεί να αναγνωριστεί ως άκυρη η καταγγελία του εργοδότη αλλά αντίθετα να προτιμήσει να του καταβληθείη αποζημίωση. Η σχετική αξίωση του εργαζομένου πρέπει να εγερθεί εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημέρα που κατέστη απαιτητό το ποσό της αποζημιώσεως.
της κας Αλεξίου Παναγιώτας
Πηγή Dashofer, www.dashofer.gr