
ΚΑΘΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ ΕΝΩ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ
Απόφοιτος Νομικής του ΑΠΘ,
Ο μισθός αποτελεί για τον εργαζόμενο αναφαίρετο δικαίωμα. Είναι το αντικείμενο μιας αξίωσης απέναντι στον εργοδότη, που προκύπτει από την ενοχική σύμβαση εργασίας. Ωστόσο, λόγω της φύσης του, ο μισθός έχει και πολλές νομικές ιδιαιτερότητες. Αυτές σχετίζονται με τον τρόπο και το χρόνο πληρωμής του, καθώς επίσης και με την προστασία του. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, ο μισθός καταβάλλεται ύστερα από την παροχή της εργασίας, ενώ πληρώνεται στον εργαζόμενο σε δόσεις, καθώς έχει τη μορφή της διατροφής. Έχει, λοιπόν, ο εργοδότης την υποχρέωση για τμηματική πληρωμή του μισθού σε ορισμένα μικρά χρονικά διαστήματα. Όσον αφορά το χρόνο πληρωμής, είθισται να λαμβάνει χώρα κατά την ημερήσια εργασία. Ωστόσο σήμερα, και λόγω των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη
χώρα μας, είναι σύνηθες το φαινόμενο της μη καταβολής των δεδουλευμένων μισθών από τους εργοδότες, οι οποίοι είτε αντιμετωπίζουν όντως σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, είτε εκμεταλλευόμενοι το κλίμα οικονομικής δυσπραγίας, αρνούνται να καταβάλλουν τους μισθούς των εργαζομένων, προφασιζόμενοι την οικονομική κρίση.
Είναι κρίσιμος ο διαχωρισμός των περιπτώσεων στην οποία υπάγεται ο κάθε εργοδότης και εκ του αποτελέσματος ο εργαζόμενος σε αυτόν, όχι από άποψη νομική, αφού οι συνέπειες και οι ενέργειες στις οποίες μπορεί να προσφύγει ο εργαζόμενος είναι οι ίδιες, αλλά από άποψη κοινωνική, αφού τέτοιου είδους συμπεριφορές υποδηλώνουν στοιχεία τόσο σχετικά με την προσωπικότητα, όσο και με την παιδεία του κάθε εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση, η παραβίαση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για έγκαιρη καταβολή του μισθού συνδέεται με κυρώσεις αστικής και ποινικής φύσης και δίνει διάφορα δικαιώματα στο μισθωτό. Ωστόσο, μόνη η καθυστέρηση ή η άρνηση πληρωμής του μισθού δε δημιουργεί δικαιώματα. Θα πρέπει να είναι υπαίτια.
Ειδικότερα:
Απαραίτητες προϋποθέσεις ασκήσεως δικαιώματος επίσχεσης εργασίας είναι οι κατωτέρω:
α) Να υπάρχει ενεργός εργασιακή σύμβαση εργασίας (έγκυρη ή άκυρη).
β) Να υπάρχει αξίωση απαιτητή ή ληξιπρόθεσμη.
γ) Να γίνεται ρητώς και σαφώς (γραπτώς ή προφορικώς εγκαίρως) ότι αρνείται να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι να εκπληρώσει ο εργοδότης την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η δήλωση του μισθωτού, ότι ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης είναι βασικότατη και πρέπει να είναι σαφής γραπτή ή προφορική, και να γίνεται έγκαιρα.
δ)Να ασκείται εντός των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
ε) Η αξίωση να είναι συναφής προς την οφειλή και να στρέφεται κατά του προσώπου του εργοδότη. Οι συνέπειες της επίσχεσης εργασίας αίρονται με τη συμμόρφωση του εργοδότη, δηλαδή, με την καταβολή
των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών (μισθοί ή ημερομίσθια, δώρα εορτών, άδεια και επίδομα άδειας κ.λπ.) ή τη λήψη των νομίμων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας ή γενικά τη συμμόρφωσή του για κάθε νόμιμη ή συμβατική του υποχρέωση. Ο εργοδότης μπορεί να ματαιώσει την επίσχεση εργασίας με την παροχή πραγματικής ασφάλειας στον εργαζόμενο και όχι με απλή εγγύηση. Η καθυστέρηση καταβολής των μισθών σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης.
Κάθε εργαζόμενος πρέπει αναμφίβολα να γνωρίζει και να διεκδικεί τα εργασιακά του δικαιώματα, πάντα στα πλαίσια της καλής πίστης, εξασφαλίζοντας για τον ίδιο και για την οικογένειά του το καλύτερο δυνατό, τόσο από άποψη μισθολογική, όσο και από άποψη συνθηκών εργασίας. Από την άλλη πλευρά κάθε εργοδότης οφείλει να προστατεύει τους εργαζομένους του και να φροντίζει για αυτούς. Ωστόσο, κρίσιμο είναι να αντιλαμβάνεται τόσο ο εργαζόμενος, όσο και ο εργοδότης πως η αρμονική σχέση μεταξύ
των δύο μερών επέρχεται μόνο κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων και αμοιβαίας προσπάθειας, μέσω της εμπιστοσύνης, της κατανόησης και της ειλικρίνειας. Σε αυτή την περίπτωση τόσο ο εργοδότης, όσο και ο εργαζόμενος έχουν να αποκομίσουν πολλαπλά οφέλη ο ένας από τον άλλο.
Πάλλα Όλγα – Ειρήνη
Απόφοιτος Νομικής του ΑΠΘ,
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τομέα
των Διεθνών Σπουδών Νομικής του ΑΠΘ,
Δικηγόρος.