Connect with us

Έρευνες

Έρευνα «ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ»

Ανοδικά κινήθηκε η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυροκομικών προϊόντων τη διετία

2017-2018.

  • Η συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016.
  • Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής (62%-65%).
  • Αύξηση παρουσιάζει και η κατανάλωση εισαγόμενων τυριών με τη συμμετοχή τους να κυμαίνεται στο 35%-38%.
  • Οι εξαγωγές έφτασαν σε υψηλό δεκαετίας το 2017, με τη φέτα να αποσπά το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής (76,8%).
  • Τη διετία 2019-2020 προβλέπεται αύξηση της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης τυροκομικών προϊόντων με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2%.

Τα τυροκομικά προϊόντα ως βασικό είδος διατροφής παρουσιάζουν (στο σύνολό τους) χαμηλή ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή πώλησης και το διαθέσιμο εισόδημα. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν τη τελική ζήτηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών (ποικιλιών) τυριών.

Ο κλάδος των τυροκομικών προϊόντων περιλαμβάνει πληθώρα παραγωγικών επιχειρήσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι μεγάλες βιομηχανικές εταιρείες διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα διανομής, καλύπτοντας γεωγραφικά το σύνολο σχεδόν της ελληνικής επικράτειας. Οι μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις καλύπτουν τις ανάγκες κυρίως των τοπικών αγορών αλλά διοχετεύουν και μέρος των προϊόντων τους σε άλλες (γεωγραφικές) αγορές. Επιπροσθέτως, ο κλάδος περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό μικρών οικογενειακών τυροκομείων, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Αξιόλογος είναι και ο αριθμός των εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, οι περισσότερες εκ των οποίων δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των ειδών διατροφής. Οι μεγαλύτερες από τις εισαγωγικές εταιρείες του κλάδου διατηρούν ένα ευρύ δίκτυο διανομής και εισάγουν μεγάλη ποικιλία προϊόντων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιες από αυτές διατηρούν και άμεσες σχέσεις/ συνεργασίες με πολυεθνικές εταιρείες του κλάδου των γαλακτοκομικών/ τυροκομικών. Σημαντικό μέρος των εισαγωγών αφορούν προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση (επιχειρήσεις μαζικής εστίασης, catering).

Στον εξεταζόμενο κλάδο δραστηριοποιούνται και επιχειρήσεις που ασχολούνται με την τυποποίηση και συσκευασία τυροκομικών προϊόντων για ίδιο λογαριασμό, καθώς και για λογαριασμό τρίτων. Ορισμένες παραγωγικές μονάδες τυροκομικών προϊόντων (αλλά και εισαγωγικές εταιρείες) τυποποιούν οι ίδιες μέρος των προϊόντων τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού. Τα παραπάνω προκύπτουν από την τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης «Τυροκομικά Προϊόντα» που εκπόνησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Α.Ε.

Η Ελευθερία Παραμαρίτη, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, αναφέρει ότι η  συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016. Άνοδος της παραγωγής εκτιμάται και για το 2018 με ρυθμό περίπου 2,4%. Η κατηγορία των μαλακών τυριών κατέχει διαχρονικά το μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική παραγωγή τυροκομικών προϊόντων. Ειδικότερα, το ποσοστό συμμετοχής της στο σύνολο της παραγόμενης ποσότητας από τις βιομηχανικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε σε 74,3% το 2017. Το μεγαλύτερο μέρος των μαλακών τυριών αφορά τη φέτα. Τα σκληρά και ημίσκληρα τυριά καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση με το ποσοστό συμμετοχής τους να διαμορφώνεται σε 14,5% το 2017.

Ακολουθεί η κατηγορία των τυριών τυρογάλακτος, η οποία απέσπασε μερίδιο παραγωγής 11,1% το 2017. Τέλος, αμελητέο είναι το ποσοστό συμμετοχής των λιωμένων τυριών στο σύνολο της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής (κυμαίνεται στο 0,1% τα τελευταία έτη). Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει καταχωρημένα 21 ελληνικά τυριά με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ). Η παραγωγή τυριών Π.Ο.Π. κατέλαβε το 63,2% της συνολικής παραγωγής από βιομηχανικές επιχειρήσεις το 2017.

Σύμφωνα με τη Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP, η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυριών παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης την περίοδο 2015-2016. Το 2017 επανέρχεται σε ανοδική τροχιά καταγράφοντας μικρή άνοδο της

τάξης του 1%, τάση η οποία εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2018 με μεγαλύτερο όμως ρυθμό (1,7%). Η εισαγωγική διείσδυση κυμαίνεται στο 35%-38% τα τελευταία έτη. Το ποσοστό εξαγωγικής επίδοσης κυμαίνεται στο 25%-27% περίπου την ίδια περίοδο.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής, το ποσοστό των οποίων διαμορφώθηκε σε 62% το 2017 επί της συνολικής κατανάλωσης. Η κατηγορία «φέτα, τελεμές, μαλακά τυριά» καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό τόσο στην κατανάλωση ελληνικών τυριών όσο και στο σύνολο της κατανάλωσης τυροκομικών. Το 2017 περίπου το 13% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης αφορούσε τυποποιημένα τυροκομικά προϊόντα. Σημάδια σχετικής σταθεροποίησης παρουσιάζουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (P-L), με το ποσοστό συμμετοχής τους να εκτιμάται στο 10% για το 2017. Όσον αφορά την κατανομή της εγχώριας κατανάλωσης, το κανάλι των supermarkets και τα λοιπά σημεία λιανικών πωλήσεων εκτιμάται ότι απορρόφησαν το 52% περίπου το 2017. Οι επιχειρήσεις τροφοδοσίας, οι χώροι μαζικής εστίασης, οι ξενοδοχειακές μονάδες κλπ. εκτιμάται ότι κάλυψαν το υπόλοιπο 48%.

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συντάχθηκαν ομαδοποιημένοι ισολογισμοί, βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος εταιρειών.

Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 28 παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) προκύπτουν τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε σωρευτική αύξηση 44,6% το 2017/2013, τα δε ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 48,5% την ίδια περίοδο. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 35,4% το 2017 σε σχέση με το 2013. Λόγω συγκράτησης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν με μεγαλύτερο ρυθμό (39,6%). Οι παραπάνω μεταβολές είχαν σαν αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό των λειτουργικών κερδών το 2017 σε σχέση με το 2013. Ανάλογη ανοδική πορεία ακολούθησαν και τα καθαρά (προ φόρων) κέρδη. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών την εξεταζόμενη περίοδο οφείλεται εν μέρει και στις ανακατατάξεις που σημειώθηκαν στον κλάδο (απορροφήσεις επιχειρήσεων) τα προηγούμενα χρόνια.

Αντίστοιχα, από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 5 επιχειρήσεων εισαγωγής τυροκομικών (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) παρατηρούνται τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε αύξηση 15,5% το 2017/2013 και τα συνολικά ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν κατά 8%. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 9% το 2017 σε σύγκριση με το 2013, ενώ λόγω μείωσης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 14,1%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των λειτουργικών κερδών κατά 28,5% το 2017/2013. Ομοίως, τα EBITDA ενισχύθηκαν κατά 24,2% την ίδια περίοδο.

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Έρευνες

Αποτελέσματα Έρευνας Προοπτικών Απασχόλησης

Έρευνα Προοπτικών Απασχόλησης της ManpowerGroup για το Α’ Τρίμηνο 2019:

Το 19% των εργοδοτών προβλέπει αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων για τους επόμενους τρεις μήνες

Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης[1] διαμορφώνονται στο +18%, αποτελώντας τις υψηλότερες προοπτικές για 10 και πλέον χρόνια και παρουσιάζοντας βελτίωση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους

  • Οι εργοδότες στην Ελλάδα καταγράφουν σταθερά ανοδικές προθέσεις προσλήψεων για το προσεχές τρίμηνο. Με το 19% των εργοδοτών να αναμένει αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων, το 7% να προβλέπει μείωση και το 71% να μην αναμένει κάποια αλλαγή.
  • Η ισχυρότερη αγορά εργασίας αναμένεται να καταγραφεί στον τομέα των Χρηματοοικονομικών, Ασφαλειών, Ακίνητης Περιουσίας και Παροχής Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις, όπου οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης ανέρχονται σε +21%. Παράλληλα, στον Δημόσιο Τομέα και τις Κοινωνικές Υπηρεσίες καταγράφονται αισιόδοξα σχέδια προσλήψεων, με Προοπτικές της τάξης του +19%, ενώ οι Προοπτικές για τον τομέα του Εμπορίου (Χονδρική & Λιανική) ανέρχονται σε +18%.
  • Παράλληλα, οι εργοδότες στον τομέα του Ηλεκτρισμού, του Φυσικού Αερίου & της Ύδρευσης καταγράφουν τις πιο αδύναμες προοπτικές απασχόλησης, με Προοπτικές της τάξης του +7%.
  • Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης στην Ευρύτερη Περιφέρεια Αττικής ανέρχονται σε +20%, καθώς αναμένεται να καταγραφεί η πιο ισχυρή αγορά εργασίας των τελευταίων 10 και πλέον ετών, ενώ οι εργοδότες στη Βόρεια Ελλάδα καταγράφουν Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +11%.
  • Οι εργοδότες τόσο στις Μεγάλου όσο και στις Μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις αναφέρουν αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +28% και +25%, αντίστοιχα, ενώ οι Προοπτικές για τις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις διαμορφώνονται στο +9%.

Αθήνα, 11 Δεκεμβρίου 2018

Οι Έλληνες εργοδότες αναμένουν σταθερά ανοδικές προθέσεις προσλήψεων για το επόμενο τρίμηνο, σύμφωνα με την Έρευνα για τις Προθέσεις Προσλήψεων της ManpowerGroup, όπως ανακοινώθηκε σήμερα από τη ManpowerGroup Ελλάδας. Σε συνέχεια της εποχικής προσαρμογής των δεδομένων, οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης ανέρχονται σε +18%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί εδώ και 10 και πλέον χρόνια. Τα σχέδια προσλήψεων διατηρούνται σχετικά σταθερά σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και βελτιώνονται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

ManpowerGroup – Εξέλιξη του Δείκτη Προοπτικών Απασχόλησης στην Ελλάδα

«Μετά από ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η χώρα φαίνεται να μπαίνει σε μια πιο ισχυρή και σταθερή φάση ανάκαμψης. Οι τομείς των Χρηματοοικονομικών, Ασφαλειών, Ακίνητης Περιουσίας και Παροχής Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις συνεχίζουν να είναι ανάμεσα στους πιο αναπτυσσόμενους τομείς, ενώ παράλληλα ο Δημόσιος Τομέας δείχνει σημάδια ανάπτυξης εντός του επόμενου 3μήνου. Βάσει των στοιχείων που έχουμε από τους πελάτες μας, οι προσλήψεις στο προσεχές 3μηνο θα κινηθούν περίπου στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο, με τη μεγαλύτερη ζήτηση να υπάρχει για θέσεις πωλήσεων και εξυπηρέτησης”, δηλώνει ο κος Μπάμπης Καζαντζίδης, Γενικός Εμπορικός Διευθυντής της ManpowerGroup Ελλάδας.

Αναλυτικά: Συγκρίσεις ανά Τομέα Οικονομικής Δραστηριότητας

Οι εργοδότες και στους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας αναμένουν να αυξήσουν τον αριθμό των ατόμων που απασχολούν έως το τέλος του Α’ Τριμήνου του 2019. Οι εργοδότες στον τομέα των Χρηματοοικονομικών, Ασφαλειών, Ακίνητης Περιουσίας και Παροχής Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις αναφέρουν τις ισχυρότερες προθέσεις προσλήψεων, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +21%, ενώ αισιόδοξες Προοπτικές, της τάξης του +19%, καταγράφονται και για τον Δημόσιο Τομέα και τις Κοινωνικές Υπηρεσίες. Σταθερές αυξήσεις του αριθμού των απασχολουμένων αναμένονται και στον τομέα του Εμπορίου (Χονδρική & Λιανική), με Προοπτικές της τάξης του +18%, και σε δύο ακόμη τομείς με Προοπτικές της τάξης του +17%, τον τομέα της Γεωργίας και τον τομέα των Μεταφορών & Επικοινωνιών. Παράλληλα, οι εργοδότες του τομέα Ηλεκτρισμού, Φυσικού Αερίου & Ύδρευσης καταγράφουν τις πιο αδύναμες προοπτικές απασχόλησης, με Προοπτικές της τάξης του +7%.

Σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, οι προθέσεις προσλήψεων αποδυναμώνονται σε πέντε από τους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας, με σημαντικότερη μείωση τις 12 ποσοστιαίες μονάδες στον τομέα Ηλεκτρισμού, Φυσικού Αερίου & Ύδρευσης και τις 3 ποσοστιαίες μονάδες στον τομέα του Εμπορίου (Χονδρική & Λιανική). Ωστόσο, οι Προοπτικές ενισχύονται σε τέσσερις τομείς, συμπεριλαμβανομένου και του τομέα της Γεωργίας, αλλά και του Δημόσιου Τομέα & Κοινωνικών Υπηρεσιών, όπου οι εργοδότες αναφέρουν αυξήσεις της τάξης των 12 και 3 ποσοστιαίων μονάδων, αντίστοιχα.

Τα σχέδια προσλήψεων ενισχύονται σε επτά από τους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Οι σημαντικότερες βελτιώσεις, της τάξης των 9 ποσοστιαίων μονάδων, καταγράφονται στους τομείς Χρηματοοικονομικών, Ασφαλειών, Ακίνητης Περιουσίας και Παροχής Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις και Τουρισμού. Οι εργοδότες του τομέα των Κατασκευών καταγράφουν βελτίωση 8 ποσοστιαίων μονάδων, και οι Προοπτικές εμφανίζονται ενισχυμένες κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες στον τομέα του Εμπορίου (Χονδρική & Λιανική). Παράλληλα, οι Προοπτικές αποδυναμώνονται σε δύο τομείς, κατά 12 και 4 ποσοστιαίες μονάδες στον τομέα Ηλεκτρισμού, Φυσικού Αερίου & Ύδρευσης και τον τομέα των Μεταφορών & Επικοινωνιών, αντίστοιχα.

Συγκρίσεις ανά μέγεθος οργανισμού*[2]

Αναμένονται αυξήσεις του αριθμού των θέσεων εργασίας και στις τέσσερις κατηγορίες μεγέθους οργανισμού κατά το προσεχές τρίμηνο. Οι εργοδότες τόσο στις Μεγάλου όσο και στις Μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις αναφέρουν αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +28% και +25%, αντίστοιχα. Παράλληλα, οι εργοδότες στις Μικρές επιχειρήσεις αναμένουν σταθερή αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων, καταγράφοντας Προοπτικές της τάξης του +17%, ενώ οι Προοπτικές για τις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις καταγράφονται στο +9%.

Σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2018, οι εργοδότες στις Μεσαίες επιχειρήσεις αναφέρουν βελτίωση της τάξης των 6 ποσοστιαίων μονάδων, αλλά οι Προοπτικές για Μεγάλες επιχειρήσεις μειώνονται αντίστοιχα κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες. Οι εργοδότες στις Πολύ Μικρές και Μικρές επιχειρήσεις αναφέρουν σχετικά σταθερά σχέδια προσλήψεων.

Σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, οι Προοπτικές για τους εργοδότες των Μεσαίων επιχειρήσεων βελτιώνονται σημαντικά, κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι Προοπτικές εμφανίζονται ενισχυμένες κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες τόσο στις Πολύ Μικρές όσο και στις Μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι εργοδότες στις Μεγάλες επιχειρήσεις καταγράφουν μείωση της τάξης των 2 ποσοστιαίων μονάδων.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη ManpowerGroup Ελλάδας, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα: www.manpowergroup.gr

[1] Εφεξής, όλα τα δεδομένα που σχολιάζονται είναι εποχικά προσαρμοσμένα, εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά.

* * Οι συμμετέχοντες εργοδότες χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες μεγέθους οργανισμού: Οι Πολύ Μικρές επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 υπαλλήλους, οι Μικρές επιχειρήσεις με 10-49 υπαλλήλους, οι Μεσαίες επιχειρήσεις με 50-249 υπαλλήλους και οι Μεγάλες επιχειρήσεις με 250 ή περισσότερους υπαλλήλους.

 

Continue Reading

Έρευνες

Απαραίτητες Δεξιότητες για τους leaders

Η απόκτηση νέων ικανοτήτων και παράλληλα η βελτίωση των διαχρονικών δεξιοτήτων,

θα βοηθήσει τους leaders να γίνουν ψηφιακοί ηγέτες – και να προχωρήσουν ένα βήμα μπροστά από τον ανταγωνισμό

Οι κανόνες συνεχίζουν να αλλάζουν καθώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός σαρώνει τον εργασιακό χώρο. Ο ρυθμός των διαταραχών (disruptions) επιταχύνεται και επηρεάζει τους leaders.

Σήμερα, ο συνδυασμός των προσωπικών χαρακτηριστικών που μένουν εναρμονισμένα με την πάροδο του χρόνου και των αναδυόμενων ψηφιακών δεξιοτήτων, μπορεί να βοηθήσει τους leaders των επιχειρήσεων να γίνουν οι ψηφιακοί ηγέτες του μέλλοντος. Τα καλά νέα είναι ότι η εμπειρία και οι προσωπικές δεξιότητες διευκολύνουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Παρακάτω παρουσιάζονται οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να καλλιεργηθούν οι κατάλληλες δεξιότητες για την προσαρμογή στις τρέχουσες συνθήκες απασχόλησης.

Καλλιέργεια προσωπικών δεξιοτήτων

Ορισμένες δεξιότητες είναι πάντα επίκαιρες, ακόμη και όταν οι ψηφιακές αλλαγές επηρεάζουν τον εργασιακό κλάδο. Ο δυναμικός συνδυασμός της ευφυΐας, προσαρμοστικότητας, αντοχής και της εσωτερικής παρακίνησης είναι ο κινητήριος μοχλός και η σταθερή βάση για έναν αποτελεσματικό leader με επαγγελματική επιτυχία.

Ανάπτυξη ευμάθειας και δημιουργικής περιέργειας

Σε έναν κόσμο που αλλάζει όλο πιο γρήγορα από ποτέ, νέες δεξιότητες εμφανίζονται, ενώ άλλες γίνονται παρωχημένες. Όσα ήδη γνωρίζουμε είναι λιγότερο σημαντικά από αυτά που μπορούμε να μάθουμε. Οι ψηφιακοί leaders πρέπει να είναι πρότυπα, αναζητώντας διαφορετικές εμπειρίες, ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και να είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες.

Απόκτηση Ψηφιακών δεξιοτήτων και Εξειδίκευσης

Οι leaders πρέπει να κατανοούν τις τεχνικές δεξιότητες που απαιτούνται για να μετασχηματίσουν αποτελεσματικά την επιχείρησή τους. Θα πρέπει να έχουν δίπλα τους εξειδικευμένο προσωπικό και να αφιερώνουν χρόνο ώστε να είναι ενήμεροι για τις τελευταίες τάσεις, προκλήσεις και ευκαιρίες που αντιμετωπίζει ο οργανισμός τους. 

Συνεχής επαγρύπνηση

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός απαιτεί συνεχή εμπλοκή. Η αλλαγή είναι δυναμική, οπότε η ευελιξία και η συνεχής προσαρμογή είναι απαραίτητη. Η πληροφόρηση που λαμβάνουν οι leaders είναι εξαιρετικά σημαντική ώστε να σχεδιάσουν τις επόμενες τους ενέργειες. Καθ ‘όλη την διάρκεια της καριέρας τους, οφείλουν να καινοτομούν, να πειραματίζονται και να μαθαίνουν γρήγορα.

Προετοιμασία της ομάδας ηγεσίας για τον ψηφιακό μετασχηματισμό

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να απαντήσουν 4 βασικά ερωτήματα προκειμένου να αναπτύξουν μια ομάδα ηγεσίας έτοιμη για μετασχηματισμό.

1.Τα προγράμματα ανάπτυξης που διαθέτουμε, έχουν σχεδιαστεί για να καλλιεργούν και να προάγουν τους μελλοντικούς ψηφιακούς ηγέτες;

2.Διαθέτει η ομάδα ηγεσίας και η δεξαμενή ταλέντου μας τις εγγενείς προϋποθέσεις και εκπαιδευτικές ικανότητες για έναν επιτυχή ψηφιακό μετασχηματισμό;

3.Δημιουργούμε μια κουλτούρα καινοτομίας;

4.Χρησιμοποιούμε τα σωστά κριτήρια για τον εντοπισμό των μελλοντικών ηγετών;

Πηγή

Continue Reading

Έρευνες

ΜΕΛΕΤΗ ICAP: «ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ»

Σε φάση σταθεροποίησης η χονδρική αγορά φαρμάκων

  • Η αγορά φαρμάκου παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη την τελευταία τριετία (2015-2017), ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.
  • Τo 40,5% της αγοράς αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.
  • Οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία από το 2014 και έπειτα, ενώ οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης.

Οι τελευταίες εξελίξεις και προοπτικές του φαρμακευτικού κλάδου παρουσιάζονται στην τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP.

Ο φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί έναν από τους πιο στενά εποπτευόμενους και ρυθμιζόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, λόγω του αυστηρού θεσμικού πλαισίου που τον διέπει. Το εν λόγω πλαίσιο, καθορίζει το γενικότερο φάσμα δραστηριοποίησης του κλάδου και καλύπτει την ανάγκη για διασφάλιση της ποιότητας στην παρασκευή σκευασμάτων, τον εκσυγχρονισμό και την τήρηση των σχετικών προδιαγραφών, τον καθορισμό τιμών, τη συνταγογράφηση, κ.ά.

Στην ελληνική αγορά φαρμάκου εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περισσότερες από 100 φαρμακευτικές επιχειρήσεις και απασχολούνται 12.000 εργαζόμενοι περίπου. Σημαντικά ποσά επενδύονται σε ερευνητικά προγράμματα από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν ισχυρή παρουσία, τα οποία αφορούν θεραπευτικούς τομείς με σημαντικά περιθώρια εξέλιξης. Η εγχώρια ετήσια δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) εκτιμάται σε €100 εκατ. περίπου.

Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη (δημόσια & ιδιωτική) παρουσίασε ανοδική πορεία την περίοδο 2006-2009 και το 2009 διαμορφώθηκε σε €8.461 εκατ. (3,7% του ΑΕΠ).  Τα τελευταία χρόνια (2010-2017) η συνολική φαρμακευτική δαπάνη καταγράφει διαχρονική πτώση και το 2017 εκτιμάται σε €5.780 εκατ., καλύπτωντας 3,3% του ΑΕΠ.

Ανάλογη εικόνα και πορεία εμφανίζει και η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Την περίοδο 2006-2009 κινήθηκε ανοδικά με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,6%, ενώ διαμορφώθηκε σε €1.945 εκατ. περίπου το 2017 (την περίοδο 2010-2017 μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,2%). Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη δεν θα υπερβεί το ίδιο ποσό το 2018.

Αντίστοιχα, η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη εμφάνιζε μειοψηφική συμμετοχή επί της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, την περίοδο 2007-2011. Την περίοδο 2012-2015, διευρύνθηκε με έντονο ρυθμό, με συνέπεια το 2016 να ανέλθει σε €3.875 εκατ., ενώ το 2017 διαμορφώθηκε σε €3.835 εκατ. 

H αξία των εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,7% την περίοδο 2002-2011. To 2012 παρουσίασε σημαντική πτώση, ωστόσο, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία «προσαρμόστηκε» γρήγορα στις νέες συνθήκες της εγχώριας αγοράς (αυξανόμενη ζήτηση για γενόσημα φάρμακα, εξαγωγές, κτλ), με αποτέλεσμα από το 2013 η συνολική αξία των εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων να παρουσιάζει διαχρονική άνοδο.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, παρουσιάζει, ομολογουμένως, αισθητή βελτίωση στην οικονομική της αποδοτικότητα, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης χρήσης εγχωρίως παραγόμενων γενοσήμων φαρμάκων και της διεύρυνσης της εξαγωγικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ενισχύουν τη δραστηριότητα των εγχώριων αντιπροσώπων τους και προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με το Μάρκο Κοντοέ, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, ο οποίος επιμελήθηκε της παρούσας μελέτης, το συνολικό μέγεθος της αγοράς φαρμάκων (σε τιμές χονδρικής) παρουσίασε αύξηση την περίοδο 2000-2009, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 14,1%. Ωστόσο, η υφεσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και οι αλλεπάλληλες μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας της αγοράς από το 2010 και έπειτα. Την τελευταία τριετία (2015-2017) παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης. Από το συνολικό μέγεθος αγοράς, τo 40,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.

Η Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP αναφέρει ότι η οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών και η ανάγκη για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για τον εξορθολογισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, δημιούργησαν νέα δεδομένα και συνθήκες στην αγορά του φαρμάκου και αναπόφευκτα καθόρισαν την πορεία της.

Η επιβολή «εξοντωτικών» εκπτώσεων/κλιμακωτών εισφορών (rebate/clawback), το ύψος των οποίων διευρύνεται συνεχώς, συντηρούν το κλίμα οικονομικών πιέσεων στον κλάδο. Το συνολικό ποσό για το 2017 ανέρχεται σε €478 εκατ. (Clawback) και €402 εκατ. (Rebate). Το φαινόμενο εκτιμάται ότι θα διογκωθεί τα προσεχή έτη, καθώς οι εισφορές με τις οποίες αναμένεται να επιβαρυνθούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις το 2018 αγγίζουν τα €1.050 εκατ.

Μείζον πρόβλημα παραμένουν οι οφειλές από πλευράς του δημοσίου, οι οποίες δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις και παρενέργειες, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων. Το συνολικό ύψος των χρεών των Νοσοκομείων ΕΟΠΥΥ προς τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις – μέλη του ΣΦΕΕ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παραμένει υψηλό καθώς διαμορφώθηκε σε €556 εκατ. τον Σεπτέμβριο του 2018 από €1.194 εκατ. το 2015. 

Από τη συγκριτική χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών/εισαγωγικών επιχειρήσεων προκύπτει πως οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία (από το 2014 και έπειτα). Οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης, αλλά και βραχυπρόθεσμων τραπεζικών υποχρεώσεων προς πωλήσεις. Τόσο ο μέσος όρος είσπραξης απαιτήσεων όσο και ο μέσος όρος εξόφλησης προμηθευτών (σε ημέρες) είναι σαφώς μεγαλύτερος για τις παραγωγικές επιχειρήσεις.

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος παραγωγικών επιχειρήσεων παρουσίασε σωρευτική αύξηση 17,3% περίπου την περίοδο 2013-2017. Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων του κλάδου διευρύνθηκαν την εξεταζόμενη πενταετία (σωρευτική αύξηση: 10,3%), ενώ o συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου μειώθηκε κατά 2,1%. Τα λειτουργικά κέρδη παρουσίασαν αυξομειώσεις στη διάρκεια της εξεταζόμενης πενταετίας και το 2017 επανήλθαν στα ίδια επίπεδα με το 2013, ενώ τα καθαρά κέρδη παρουσίασαν διαχρονική αύξηση (2017/2013: +38,8%).

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος εισαγωγικών επιχειρήσεων κατέγραψε σωρευτική μείωση 3,7% περίπου την περίοδο 2013-2017. Τα ίδια κεφάλαια σταθεροποιήθηκαν την τελευταία διετία (2016-2017), ενώ αυξομειώσεις παρουσίασαν την εξεταζόμενη πενταετία οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των εισαγωγικών επιχειρήσεων. Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις περιορίστηκαν κατά 63% και ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου υποχώρησε (κατά 9,2%) την περίοδο 2013-2017. Το λειτουργικό αποτέλεσμα ακολούθησε φθίνουσα πορεία την περίοδο 2013-2016, ενώ το 2017 επανήλθε στα επίπεδα του 2013. Ανάλογη πορεία κατέγραψε και το καθαρό αποτέλεσμα, το οποίο επιδεινώθηκε (κατά 28,7%) το 2017/13, ενώ και τα κέρδη EBITDA περιορίστηκαν κατά 19% περίπου την ίδια περίοδο.

Οι πωλήσεις φαρμάκων, σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι διαμορφώθηκαν σε $1.158 δισ. το 2017, ενώ αναμένεται να ανέλθουν σε $1.550 δισ. το 2022. Η ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου (σε τιμές χονδρικής) εκτιμάται σε €207 δισ. περίπου το 2017, από €199,2 δισ. το προηγούμενο έτος (αύξηση 3,9%).

Πηγή

Continue Reading

Trending