Connect with us

Έρευνες

Έρευνα «ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ»

Ανοδικά κινήθηκε η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυροκομικών προϊόντων τη διετία

2017-2018.

  • Η συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016.
  • Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής (62%-65%).
  • Αύξηση παρουσιάζει και η κατανάλωση εισαγόμενων τυριών με τη συμμετοχή τους να κυμαίνεται στο 35%-38%.
  • Οι εξαγωγές έφτασαν σε υψηλό δεκαετίας το 2017, με τη φέτα να αποσπά το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής (76,8%).
  • Τη διετία 2019-2020 προβλέπεται αύξηση της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης τυροκομικών προϊόντων με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2%.

Τα τυροκομικά προϊόντα ως βασικό είδος διατροφής παρουσιάζουν (στο σύνολό τους) χαμηλή ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή πώλησης και το διαθέσιμο εισόδημα. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν τη τελική ζήτηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών (ποικιλιών) τυριών.

Ο κλάδος των τυροκομικών προϊόντων περιλαμβάνει πληθώρα παραγωγικών επιχειρήσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι μεγάλες βιομηχανικές εταιρείες διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα διανομής, καλύπτοντας γεωγραφικά το σύνολο σχεδόν της ελληνικής επικράτειας. Οι μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις καλύπτουν τις ανάγκες κυρίως των τοπικών αγορών αλλά διοχετεύουν και μέρος των προϊόντων τους σε άλλες (γεωγραφικές) αγορές. Επιπροσθέτως, ο κλάδος περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό μικρών οικογενειακών τυροκομείων, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Αξιόλογος είναι και ο αριθμός των εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, οι περισσότερες εκ των οποίων δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των ειδών διατροφής. Οι μεγαλύτερες από τις εισαγωγικές εταιρείες του κλάδου διατηρούν ένα ευρύ δίκτυο διανομής και εισάγουν μεγάλη ποικιλία προϊόντων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιες από αυτές διατηρούν και άμεσες σχέσεις/ συνεργασίες με πολυεθνικές εταιρείες του κλάδου των γαλακτοκομικών/ τυροκομικών. Σημαντικό μέρος των εισαγωγών αφορούν προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση (επιχειρήσεις μαζικής εστίασης, catering).

Στον εξεταζόμενο κλάδο δραστηριοποιούνται και επιχειρήσεις που ασχολούνται με την τυποποίηση και συσκευασία τυροκομικών προϊόντων για ίδιο λογαριασμό, καθώς και για λογαριασμό τρίτων. Ορισμένες παραγωγικές μονάδες τυροκομικών προϊόντων (αλλά και εισαγωγικές εταιρείες) τυποποιούν οι ίδιες μέρος των προϊόντων τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού. Τα παραπάνω προκύπτουν από την τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης «Τυροκομικά Προϊόντα» που εκπόνησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Α.Ε.

Η Ελευθερία Παραμαρίτη, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, αναφέρει ότι η  συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016. Άνοδος της παραγωγής εκτιμάται και για το 2018 με ρυθμό περίπου 2,4%. Η κατηγορία των μαλακών τυριών κατέχει διαχρονικά το μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική παραγωγή τυροκομικών προϊόντων. Ειδικότερα, το ποσοστό συμμετοχής της στο σύνολο της παραγόμενης ποσότητας από τις βιομηχανικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε σε 74,3% το 2017. Το μεγαλύτερο μέρος των μαλακών τυριών αφορά τη φέτα. Τα σκληρά και ημίσκληρα τυριά καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση με το ποσοστό συμμετοχής τους να διαμορφώνεται σε 14,5% το 2017.

Ακολουθεί η κατηγορία των τυριών τυρογάλακτος, η οποία απέσπασε μερίδιο παραγωγής 11,1% το 2017. Τέλος, αμελητέο είναι το ποσοστό συμμετοχής των λιωμένων τυριών στο σύνολο της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής (κυμαίνεται στο 0,1% τα τελευταία έτη). Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει καταχωρημένα 21 ελληνικά τυριά με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ). Η παραγωγή τυριών Π.Ο.Π. κατέλαβε το 63,2% της συνολικής παραγωγής από βιομηχανικές επιχειρήσεις το 2017.

Σύμφωνα με τη Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP, η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυριών παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης την περίοδο 2015-2016. Το 2017 επανέρχεται σε ανοδική τροχιά καταγράφοντας μικρή άνοδο της

τάξης του 1%, τάση η οποία εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2018 με μεγαλύτερο όμως ρυθμό (1,7%). Η εισαγωγική διείσδυση κυμαίνεται στο 35%-38% τα τελευταία έτη. Το ποσοστό εξαγωγικής επίδοσης κυμαίνεται στο 25%-27% περίπου την ίδια περίοδο.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής, το ποσοστό των οποίων διαμορφώθηκε σε 62% το 2017 επί της συνολικής κατανάλωσης. Η κατηγορία «φέτα, τελεμές, μαλακά τυριά» καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό τόσο στην κατανάλωση ελληνικών τυριών όσο και στο σύνολο της κατανάλωσης τυροκομικών. Το 2017 περίπου το 13% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης αφορούσε τυποποιημένα τυροκομικά προϊόντα. Σημάδια σχετικής σταθεροποίησης παρουσιάζουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (P-L), με το ποσοστό συμμετοχής τους να εκτιμάται στο 10% για το 2017. Όσον αφορά την κατανομή της εγχώριας κατανάλωσης, το κανάλι των supermarkets και τα λοιπά σημεία λιανικών πωλήσεων εκτιμάται ότι απορρόφησαν το 52% περίπου το 2017. Οι επιχειρήσεις τροφοδοσίας, οι χώροι μαζικής εστίασης, οι ξενοδοχειακές μονάδες κλπ. εκτιμάται ότι κάλυψαν το υπόλοιπο 48%.

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συντάχθηκαν ομαδοποιημένοι ισολογισμοί, βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος εταιρειών.

Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 28 παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) προκύπτουν τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε σωρευτική αύξηση 44,6% το 2017/2013, τα δε ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 48,5% την ίδια περίοδο. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 35,4% το 2017 σε σχέση με το 2013. Λόγω συγκράτησης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν με μεγαλύτερο ρυθμό (39,6%). Οι παραπάνω μεταβολές είχαν σαν αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό των λειτουργικών κερδών το 2017 σε σχέση με το 2013. Ανάλογη ανοδική πορεία ακολούθησαν και τα καθαρά (προ φόρων) κέρδη. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών την εξεταζόμενη περίοδο οφείλεται εν μέρει και στις ανακατατάξεις που σημειώθηκαν στον κλάδο (απορροφήσεις επιχειρήσεων) τα προηγούμενα χρόνια.

Αντίστοιχα, από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 5 επιχειρήσεων εισαγωγής τυροκομικών (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) παρατηρούνται τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε αύξηση 15,5% το 2017/2013 και τα συνολικά ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν κατά 8%. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 9% το 2017 σε σύγκριση με το 2013, ενώ λόγω μείωσης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 14,1%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των λειτουργικών κερδών κατά 28,5% το 2017/2013. Ομοίως, τα EBITDA ενισχύθηκαν κατά 24,2% την ίδια περίοδο.

Continue Reading

Επιχειρηματικότητα

Ανάκαμψη στις προθέσεις προσλήψεων παγκοσμίως.

Μετά την πανδημία, οι αγορές καταγράφουν ισχυρές προθέσεις προσλήψεων με την έλλειψη ταλέντου όμως να πρωταγωνιστεί.

Πως οι οργανισμοί την αντιμετωπίζουν

Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα Προοπτικών Απασχόλησης της ManpowerGroup για το 4ο τρίμηνο του 2021, οι προθέσεις προσλήψεων των 45.000 εργοδοτών που συμμετείχαν στην ερεύνα είναι υψηλότερες σε ετήσια σύγκριση -σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2020.  Οι 14 από τις 43 χώρες αναφέρουν τις υψηλότερες προθέσεις των τελευταίων δέκα ετών. ΄Ωστόσο, η εύρεση εξειδικευμένων ταλέντων παραμένει κορυφαία πρόκληση για τους εργοδότες παγκοσμίως – το 69% αναφέρει δυσκολία στην κάλυψη κενών θέσεων – το υψηλότερο ποσοστό των 15 ετών για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο. Οι εργοδότες με την μεγαλύτερη δυσκολία καταγράφονται στην Ινδία (89%), στη Ρουμανία (84%) και στη Σιγκαπούρη (84%). Και οι Έλληνες εργοδότες αγωνίζονται να βρουν εξειδικευμένα ταλέντα με το ποσοστό να αγγίζει το 72% – ίδιο ποσοστό και για τις ΕΜΕΑ χώρες. 

Αντιμετώπιση Έλλειψης Ταλέντου

Οι Έλληνες εργοδότες προσφέρουν τα παρακάτω κίνητρα ώστε να προσελκύσουν ταλέντα τις επιχειρήσεις τους: 

  • Εκπαίδευση, Ανάπτυξη δεξιοτήτων ή η επαγγελματική καθοδήγηση (55%)
  • Ευέλικτα ωράρια εργασίας (42%)
  • Υψηλό μισθό (39%) και Μπόνους και (29%)

Από την άλλη πλευρά, παγκοσμίως ο πρωταρχικός τρόπος αντιμετώπισης της έλλειψης ταλέντου αποτελεί η προσφορά εργασιακής ευελιξίας (67%) τόσο σε επίπεδο ωραρίου όσο και χώρου εργασίας ενώ το 41% ​​επενδύει στην κατάρτιση, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και το mentoring.

Ανάπτυξη και διακράτηση ταλέντων 

Σε περιόδους μετασχηματισμών και αβεβαιότητας, οι προσωπικές και τεχνικές δεξιότητες είναι πιο σημαντικές από ποτέ για τους εργαζόμενους αλλά και τους ηγέτες. Τα προγράμματα αναβάθμισης τεχνικών δεξιοτήτων, προσωπικών δεξιοτήτων και τα προγράμματα ανάπτυξης για μάνατζερς και ανώτερα στελέχη αποτελούν βασικές προτεραιότητες ανάπτυξης και διακράτησης ταλέντων για τις ομάδες ανθρώπινου δυναμικού. Συγκεκριμένα, το 42% των Ελλήνων εργοδοτών σχεδιάζει να υιοθετήσει προγράμματα αναβάθμισης προσωπικών δεξιοτήτων (π.χ. διαχείριση χρόνου, επικοινωνία) (διάρκειας 6 εβδομάδων ή λιγότερο), το 38% σχεδιάζει να εφαρμόσει προγράμματα ανάπτυξης για μάνατζερς και ανώτερα στελέχη και το 37% σχεδιάζει να επενδύσει σε προγράμματα αναβάθμισης τεχνικών δεξιοτήτων (διάρκειας 6 εβδομάδων ή λιγότερο).

Όπως αναφέρουν οι εργοδότες, το μεγαλύτερο εμπόδιο αναφορικά με την αύξηση εφαρμογής προγραμμάτων ανάπτυξης δεξιοτήτων στον οργανισμό τους είναι: τα χρήματα (33%), ο χρόνος (16%) και η πρόσβαση στους κατάλληλους συνεργάτες για αναβάθμιση/ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού (12%). 

Επένδυση στο υπάρχον ταλέντο 

Γνωρίζουμε ότι η διακράτηση των ανθρώπων είναι η βέλτιστη οικονομική λύση σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, σε σύγκριση με την διαδικασία πρόσληψης και εκπαίδευσης νέων ανθρώπων. Το κόστος της πρόσληψης είναι 25% υψηλότερο σε σχέση με το κόστος της διακράτησης. Εάν οι οργανισμοί επενδύσουν στο υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό τους, δε θα δημιουργήσουν μόνο πιο εξειδικευμένους εργαζόμενους, αλλά θα εξοικονομήσουν χρόνο και χρήμα. Η επένδυση στους ανθρώπους είναι ένας σημαντικός τρόπος για να παραμείνει ένας οργανισμός ανταγωνιστικός.

Continue Reading

Έρευνες

Έρευνα: Η συστηματική άσκηση σε παιδιά υπέρβαρα ή παχύσαρκα βελτιώνει τους δείκτες καρδιομεταβολικού κινδύνου

Είναι γνωστό ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες η παιδική παχυσαρκία έχει οκταπλασιαστεί παγκοσμίως. Επιπλέον, οι καρδιαγγειακές παθήσεις έχοντας τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία, δημιουργούν πολλά προβλήματα κατά την μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Αν και οι παρεμβάσεις για τον περιορισμό των παραγόντων κινδύνου που οδηγούν σε καρδιαγγειακές παθήσεις στην ενήλικη ζωή είναι πολλές, αυτό δεν σημαίνει ότι μια δυσμενής κατάσταση που αναπτύσσεται στην παιδική ηλικία είναι πλήρως αναστρέψιμη.

Επιμέλεια: SmArT Lab, Τ.Ε.Φ.Α.Α. του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Επιπρόσθετα, υπάρχει έλλειψη ερευνητικών δεδομένων αναφορικά με παρεμβατικά προγράμματα φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ελαστικότητα των παιδιών.

Μελέτη

Η Catherine Davis και οι συνεργάτες της από το Medicine College of Georgia και την Medical school of South Carolina των ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τις επιδράσεις της φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ανελαστικότητα παιδιών, αξιολόγησαν την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος (Arterial Pulse Wave Velocity, PWV) πριν και μετά την εφαρμογή ενός 8-μηνου παρεμβατικού προγράμματος εξωσχολικής φυσικής δραστηριότητας σε 175 υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά 8-11 ετών.

Παράλληλα αξιολογήθηκαν και άλλοι δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως τα επίπεδα φυσικής κατάστασης και σωματικού λίπους, η αρτηριακή πίεση (ΒΡ), η γλυκόζη, η αντίσταση στην ινσουλίνη, τα λιπίδια και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη. Tα επίπεδα φυσικής κατάστασης, σωματικού λίπους και η αρτηριακή πίεση μετρήθηκαν ξανά στους 12 μήνες.  Το σύνολο των παιδιών χωρίστηκε σε δύο ομάδες, την πειραματική και την ελέγχου. Η πειραματική ομάδα ακολούθησε πρόγραμμα καρδιοαναπνευστικών δραστηριοτήτων υπό την καθοδήγηση γυμναστή για 40 λεπτά την ημέρα.

Η ομάδα ελέγχου συμμετείχε σε καθιστικές δραστηριότητες όπως τα επιτραπέζια παιχνίδια. Και οι δύο ομάδες φορούσαν καρδιοσυχνόμετρα ενώ συμμετείχαν σε πρόγραμμα εβδομαδιαίας επιβράβευσης επιθυμητών συμπεριφορών. Ειδικά, η πειραματική ομάδα για να κερδίσει πόντους θα έπρεπε η μέση ημερήσια καρδιακή συχνότητα να ξεπερνούσε τους 140 παλμούς/λεπτό.

Τι έδειξε η μελέτη

Η μελέτη είχε 89% διατηρησιμότητα με ένα επίπεδο συμμετοχής στις προπονήσεις της τάξης του 59% στην πειραματική ομάδα και 64% στην ομάδα ελέγχου. Η μέση καρδιακή συχνότητα κατά την άσκηση έφτασε στους 161 ± 7 παλμούς/λεπτό. Σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, η πειραματική ομάδα σημείωσε σημαντική βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής απόδοσης (αύξηση της VȮ2 peak κατά 2.7 mL/kg/min), μείωση του ποσοστού λίπους κατά περίπου 2% και μία σημαντική αύξηση της χοληστερόλης HDL (κατά 0.13 mmol/L).

Η μεταβολή δε της ελαστικότητας των αγγείων στους 8 μήνες παρουσίασε σημαντική συσχέτιση με τις μεταβολές στις τιμές ινσουλίνης, ινσουλινοαντίστασης, διαστολικής αρτηριακής πίεσης, δείκτη μάζας σώματος (BMI) και ποσοστού σωματικού λίπους.

Συμπέρασμα

Αν και το 8μηνο παρεμβατικό πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας δεν μείωσε την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος, βελτίωσε τα επίπεδα σωματικού λίπους, φυσικής κατάστασης και την καλή χοληστερόλη σε υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά.

Οι ερευνητές με βάση τα παραπάνω, προτείνουν την εφαρμογή προγραμμάτων συνδυάζοντας παρεμβάσεις διατροφής και άσκησης, τα οποία να είναι ευρέως προσβάσιμα και να χαρακτηρίζονται από διατηρησιμότητα των θετικών τους αποτελεσμάτων.

Τέλος  προτείνεται η υιοθέτηση μέτρων που να προωθούν την «συνταγογράφηση» παρεμβατικών προγραμμάτων υγείας ακόμα και από την παιδική ηλικία.

Πηγή

Υπεύθυνοι του εργαστηρίου είναι οι κ.κ. Θανάσης Τζιαμούρτας και Γιάννης Φατούρος οι οποίοι πλαισιώνονται από την Δρ. Χαρά Δελή (Επίκουρη Καθηγήτρια), τον Δρ. Παναγιώτη Τσιμέα (μέλος Ε.Ε.Π.), την Δρ. Νίκη Σύρου (μέλος Ε.ΔΙ.Π.), τους κ.κ. Δημήτρη Δραγανίδη και Θανάση Πούλιο (ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό) καθώς και ένα μεγάλο αριθμό διδακτορικών, μεταπτυχιακών και προπτυχιακών φοιτητών.

Smart Lab – ΤΕΦΑΑ Τρικάλων  – Παναγιώτης Τσιμέας

Davis, C.L., Litwin, S.E., Pollock, N.K. et al. Exercise effects on arterial stiffness and heart health in children with excess weight: The SMART RCT. Int J Obes 44: 1152–1163, 2020.

Continue Reading

Επιχειρηματικότητα

Πώς ένα πρόγραμμα ανάπτυξης προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων μπορεί να βοηθήσει στην επαγγελματική εξέλιξη των εργαζομένων.

Η επικοινωνία, οι διαπροσωπικές δεξιότητες, το εργασιακό ήθος και η διάθεση επίλυσης προβλημάτων είναι ικανότητες που ενισχύουν τη δυναμική των εταιρειών. Οι προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ενδυνάμωσης της ομάδας και κατ’ επέκταση της ίδιας της επιχείρησης. Με αυτό τον τρόπο ενισχύονται οι ικανότητες των εργαζομένων, οι οποίοι αποκτούν εφόδια προκειμένου να κερδίσουν νέους πελάτες, αλλά και να εξυπηρετήσουν καλύτερα τους ήδη υπάρχοντες. 

Τα προγράμματα ανάπτυξης προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων (social skills)  μπορούν να συμβάλλουν στην καλύτερη οργάνωση της εταιρείας, αποφέροντας πολλά οφέλη, εκ των οποίων τα 3 πιο σημαντικά είναι τα παρακάτω:

  1. Βελτίωση της εξυπηρέτησης πελατών

Οι εργαζόμενοι έχουν την ικανότητα να ακούσουν και να κατανοήσουν με ενσυναίσθηση τις ανάγκες των πελατών τους. Επιπλέον, είναι πιο ικανοί να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να συμβάλλουν στην επίλυσή του. Η συγκεκριμένη δεξιότητα θεωρείται πολύ σημαντική καθώς τα αποτελέσματα που επιφέρει ευνοούν τη σωστή και αποτελεσματική εξυπηρέτηση πελατών.

  1. Αύξηση πωλήσεων

Η ανάπτυξη των προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων ευεργετεί τις πωλήσεις της ομάδας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Οι ικανότητες των εργαζομένων βοηθούν στη διάδρασή τους με τους πελάτες.

Επιπρόσθετα, μέσω της ανάπτυξης των συγκεκριμένων δεξιοτήτων, οι εργαζόμενοι μπορούν να «πλησιάσουν» τους πελάτες τους με επαγγελματικό τρόπο. Μόλις οι εργαζόμενοι  διαθέσουν χρόνο στην κατανόηση και την επίλυση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι πελάτες τους, θα παρατηρήσουν κατευθείαν τις πωλήσεις τους να αυξάνονται.

  1. Διατήρηση και ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας

Η εταιρεία διατηρεί το ταλέντο της ομάδας της καθώς θα έχει επενδύσει στην επαγγελματική του εξέλιξη. Με αυτό τον τρόπο, η εταιρεία διασφαλίζει ότι δε θα υπάρξει ανάγκη να προσλάβει καινούριο και ανεκπαίδευτο προσωπικό., μειώνοντας παράλληλα  τα λειτουργικά της έξοδα.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες ενισχύουν τις γνώσεις των εργαζομένων και προάγουν την προσωπική τους ανέλιξη.

Continue Reading

Trending