Connect with us

Επίκαιρα Πρόσωπα

Τζούλια Ανδρειάδου: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να προτρέχει της εποχής του»

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Η Τζούλια Ανδρειάδου είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Εικαστικός, που εργάστηκε στα νεανικά της χρόνια και ως μακιγιέζ γνωστών Ελλήνων και ξένων ηθοποιών, σύζυγος του σκηνοθέτη Γιώργου Σταμπουλόπουλου και αδελφή της ποιήτριας Κοραλίας Θεοτοκά.

Από τα έργα της δεκαετίας του ’60, εστιάζει στη μοναχικότητα των ανθρώπων, στη μελαγχολία που εκπέμπουν τα κτίρια μιας μεγαλούπολης, στο αστικό τοπίο ως περιβάλλον. Μετά από μια παρατήρηση τουλάχιστον τριάντα ετών, τα έργα της παρουσιάζουν τις αλλαγές του αστικού χώρου και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Συναντήσαμε την κυρία Τζούλια Ανδρειάδου στο ατελιέ της στο Κολωνάκι, όπου και μας μίλησε.

– Η ζωγραφική σας κινείται ανάμεσα στην άρνηση για τον καθημερινό, αλλοτριωμένο χώρο που ζούμε και στην ποιητική διάστασή του. Πώς το εκλαμβάνετε αυτό και πως το αποτυπώνετε στα έργα σας;

Όταν μιλάμε για αλλοτριωμένο χώρο, ας συμφωνήσουμε ότι έχουμε κατά νου την εικόνα μιας Ελλάδας μεταλλαγμένης, όχι σταδιακά, όπως πιθανόν συνέβη μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο σε πολλές χώρες, αλλά που ήρθε ως καταιγίδα και σάρωσε ό,τι προϋπήρχε, δίνοντας βιαστικές λύσεις, σχεδόν σε κατάσταση πανικού, ή για να ακριβολογούμε, σύμφωνα με το γνωστό ελληνικό «άντε να τελειώνουμε»! Δεν εξέλαβα λοιπόν την αλλοτρίωση του χώρου! Αυτή μας εξέλαβε και πιστεύω μας  αιφνιδίασε και κάποιοι διορατικοί, αν και βλέπαμε την ταχύτατη αλλοτρίωση, δεν μπορέσαμε ν’ αντιδράσουμε! Όμως, προσωπικά σε μένα βγήκαν εικόνες μέσα από μια ποιητική διάσταση επειδή έτσι μου προκύπτουν.

– Είχατε περιβαλλοντολογικά ερεθίσματα από το 1977, πολύ πριν αφυπνιστεί η ανθρωπότητα για τα θέματα αυτά και τα μεταφέρατε στην τέχνη σας. Μιλήστε μας για το πώς οδηγηθήκατε σ αυτές τις σκέψεις σε τόσο νέα ηλικία;

Υπάρχει σε ορισμένους καλλιτέχνες κάτι απροσδιόριστο, συνήθως το ονομάζουμε διαίσθηση, ή διορατικότητα! Ανήκω σε αυτούς που προτρέχουν της εποχής τους και αυτό φαίνεται στα  έργα μου με την πρώτη ματιά, γιατί γράφω πάντα την χρονολογία. Όμως, πέρα απ’ αυτό, το 1976 ήταν μια χρονιά που έφερε στη ζωή μου «τα πάνω κάτω» και όταν ζεις μέσα στο γκρίζο, νιώθεις την ανάγκη να το διώξεις από πάνω σου!

Έβλεπα μέσα μου και έξω το γκρίζο, εννοώ μια πόλη –την γενέθλια πόλη– να ασφυκτιά στο τσιμέντο και  στον υπερπληθυσμό, που όμως κάθε άλλο παρά αφυπνισμένος έδειχνε! Η σύντομη εμπειρία μου από το Παρίσι του 1960, μου είχε ανοίξει άλλους ορίζοντες, συγκρίσεις και ερωτηματικά, γιατί αυτή η όμορφη χώρα των 9.000 χρόνων –αν την υπολογίσουμε από την Νεολιθική περίοδο– να μεταλλάσσεται σε τόσο γρήγορους ρυθμούς!

– Χρονικά, πως χωρίζετε τα έργα σας σε ενότητες και τι αντιπροσωπεύει η κάθε μια;

Οι ενότητες ξεκινάνε από το πρώτο τελάρομα σε διαστάσεις που έχω ως εικόνες στο μυαλό μου. Ουσιαστικά, πρόκειται για εμμονές που δεν γνωρίζω ακριβώς πως θα ολοκληρωθούν! Αυτό αντιπροσωπεύουν οι ενότητες, τις εμμονές μου! Που σημαίνει ότι χωρίζονται την στιγμή που θα πω: ως εδώ ήταν, που σημαίνει κάποιες παραλλαγές πάνω σε μια θεματική ενότητα! Αρκετές φορές επανέρχομαι και μπορεί να επιζωγραφίσω ή και να καταστρέψω έργα μου, αλλά συνήθως μετά από  μια έκθεση, χρειάζομαι ένα διάλειμμα! Αφήνω πίσω συνειδητά τη σειρά που τελείωσα και αφήνομαι στο να ξεκινήσω σχεδόν ασυνείδητα μία άλλη!

– Σίγουρα, στο πέρασμα του χρόνου, η δουλεία σας έχει ωριμάσει. Έχει αλλάξει η τεχνοτροπία σας και τι υλικά έχετε χρησιμοποιήσει στους πίνακές σας.

Η τεχνοτροπία μου και το υλικό βρίσκονται στη διαδρομή, εξελίσσονται. Δεν μ’ ενδιαφέρει η  όποια μόδα κυκλοφορεί, είτε εγχώρια είτε εισαγόμενη! Ξεκίνησα με κάρβουνο, λάδι και τα καθιερωμένα υλικά. Από το 1966 δουλεύω κυρίως ακρυλικά.

– Τι σημαίνει για εσάς «η γενιά του Πολυτεχνείου»; Πόσο δύσκολο ήταν να είσαι καλλιτέχνης την περίοδο της δικτατορίας;

Η ερώτηση έχει απαντηθεί τόσες πολλές φορές από τόσους πολλούς! Το έργο μου «Άνθρωποι στο δρόμο», νομίζω δίνει τη δική μου απάντηση.

– Πώς χαρακτηρίζετε στις μέρες μας την αδράνεια του ελληνικού λαού και την αμήχανη στάση των διανοούμενων.

Αυτή ειδικά η ερώτηση έχει ξοδέψει αμέτρητη φαιά ουσία σε αναλύσεις, που καλύπτουν ένα  ευρύτατο φάσμα, από σοβαρούς αναλυτές, μέχρι γελοίους παρουσιαστές! Η κοινωνία των ΜΜΕ στην Ελλάδα, ηδονίζεται να μηρυκάζει επί χρόνια τα ίδια και τα ίδια ονόματα, επί παντός προβλήματος, οπότε «η αδράνεια ή η αδιαφορία» που καταλογίζεται στους  σκεπτόμενους, είναι μια υπεκφυγή των κρατούντων!

– Μιλήστε μας για την τελευταία ατομική σας έκθεση που οργανώθηκε στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) και τη δωρεά των έργων σας.

Την συνέχεια της συνέντευξης θα την βρείτε εδώ

 

 

 

 

 

* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην «axianews”.

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επίκαιρα Πρόσωπα

Αρετή Κετιμέ: «Μου αρέσει να πιστεύω ότι όλα στη ζωή γίνονται για το καλό μας»

Αρετή Κετιμέ

Όλοι γνωρίζουμε την Αρετή Κετιμέ ως μουσικό, ερμηνεύτρια, τραγουδοποιό και ως μια από τις πιο γνωστές οργανοπαίκτριες σαντουριού στην Ελλάδα. Το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει παραδοσιακά, ρεμπέτικα, σμυρνέικα αλλά και άλλα τραγούδια από τα πολλά είδη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.

Φέτος, η Αρετή μας παρουσιάζει κάτι διαφορετικό. Την συναντάμε επί σκηνής στο παιδικό θέατρο «Το αγόρι με τη βαλίτσα«, για δεύτερη χρονιά και στη θεατρική παράσταση «Νούρα, ένα πένθιμο Μπλουζ».

Συναντήσαμε την Αρετή και γλυκιά και προσιτή καθώς είναι, μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις και τα όνειρά της.

Γράφει η Αλεξία Λυμπέρη

Αρετή Κετιμέ

– Αρετή, τι αντιπροσωπεύει για σένα η συγκεκριμένη παράσταση;

Η παράσταση έγινε με πολλή αγάπη και πολύ κόπο. Αντιπροσωπεύει όλους τους ανθρώπους που έχουν περάσει δυσκολίες από τη μεριά της προσφυγιάς και αντίστοιχα τους ανθρώπους που κάποια στιγμή στη ζωή τους χάθηκαν σε σκέψεις…

-Φέτος σε συναντάμε για δεύτερη χρονιά στο παιδικό θέατρο «Το αγόρι με τη βαλίτσα» και στη θεατρική παράσταση «Νούρα, ένα πένθιμο Μπλουζ». Προτιμάς το παιδικό θέατρο ή το θέατρο ενηλίκων και γιατί;

Το κάθε ένα έχει την γλύκα του και τη χαρά του. Την ευκολία και τη δυσκολία που έχουν και τα δυο εξ ίσου την νιώθω πλέον πολύ δυνατά μέσα μου. Το παιδικό θέατρο είναι άλλο είδος όμως κατά βάσει περνούν και τα δυο τα ίδια μηνύματα: καλοσύνη, ανθρωπιά, αλληλεγγύη…

-Πως αισθάνεσαι στη σκηνή υποδυόμενη τη Νούρα;

Μεγάλο άγχος, μεγάλη αγωνία, αλλά συνάμα προσμονή και χαρά.

-Σε γνωρίζουμε από τον μελωδικό ήχο του σαντουριού σου. Τι σημαίνει η μουσική για σένα;

Η μουσική είναι τα πάντα για μένα: η χαρά, η λύπη, η μοναξιά, η αγάπη, τα ξενύχτια, οι στενοχώριες, η ηρεμία, τα όνειρα, οι στόχοι, η προσευχή μου…

-Αρετή, είσαι μουσικός, ερμηνεύτρια, τραγουδοποιός, μία από τις πιο γνωστές οργανοπαίκτριες σαντουριού στην Ελλάδα, ηθοποιός… τι άλλο να περιμένουμε μελλοντικά από σένα;

Έχω πολλά όνειρα που δεν ξέρω αν θα γίνουν κάποτε πραγματικότητα. Αδημονώ να πάρουν σάρκα και οστά οι μουσικές που έχω φτιάξει και που ακόμα δεν βρήκα το θάρρος να εκδώσω. Έχω στο νου μου δύο συνεργασίες, δύο συνθέτες και ένα μουσικό παραγωγό.

Αρετή Κετιμέ

-Μουσικά, πού θα σε απολαύσουμε φέτος;

Έχουμε μιλήσει με κάποιους χώρους στην Αθήνα και αναμένουμε μέσα στο χειμώνα να παίξουμε μαζί με την μπάντα που έχω.

-Πως αισθάνεσαι πριν ανέβεις στη σκηνή;

Πιο παλιά ήμουν πιο αγχωμένη, τώρα όχι τόσο… Όταν έρθει η ώρα να παίξω σε δευτερόλεπτα νιώθω λίγο άγχος το οποίο έχω μάθει να διαχειρίζομαι! (γέλιο)

-Θα προσπαθούσες ξανά να αντιπροσωπεύσεις τη χώρα μας στην Eurovision; Τι γεύση σου άφησε το εγχείρημα αυτό;

Θα προσπαθήσω ξανά στο μέλλον, όμως όχι ακόμα… Η γεύση που μου άφησε είναι κάπως σκοτεινή… Όμως όλα στη ζωή γίνονται για το καλό μας ή μάλλον έτσι μου αρέσει να πιστεύω εγώ.

-Από τις ως τώρα συνεργασίες σου, ποια έχει αποτελέσει σταθμό στη ζωή σου και γιατί;

Όλες οι συνεργασίες που είχα είχαν θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Για μένα όλες έπαιξαν ρόλο και μου έμαθαν πράγματα… Η πιο πρόσφατη συνεργασία που ξεχωρίζω είναι εκείνη με τους Τακίμ, με τους οποίους σύντομα θα παίξουμε και στην Ιερουσαλήμ μαζί στο φεστιβάλ Ούτι.

Αρετή Κετιμέ
-Μίλησε μας για το νέο project Areti session, καθώς και για το όραμά σου σ΄ αυτή την προσπάθεια.

Την συνέχεια της συνέντευξης θα την βρείτε εδώ

* Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί στην axianews

Continue Reading

Επίκαιρα Πρόσωπα

Πέγκυ Νίκα «Ο ξενοδοχειακός τομέας απαιτεί πάθος, επιμονή και υπομονή»

Η κυρία Πέγκυ Νίκα εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών και Αρχαίων Ελληνικών εδώ και περίπου 25 χρόνια. Άρχισε να σπουδάζει κινεζική ιατρική. Εξακολουθεί να εργάζεται ως θεραπεύτρια και από το 2011 καλλιεργεί τα δικά της ελαιόδεντρα που παράγουν ελαιόλαδο το οποίο θεωρείται από τα καλύτερα στην Ελλάδα – λιγότερο από 0,2 οξύτητα. Τώρα ξεκίνησε να σπουδάζει πάλι, Τουρισμό και Φιλοξενία για τις ανάγκες του Petra & Fos Boutique Hotel & Spa.

Ποιο είναι το σημερινό προφίλ, οι δραστηριότητες και το μέγεθος της εταιρείας σας;

Το ξενοδοχείο Πέτρα και Φως Boutique Hotel and Spa είναι μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, 23 δωματίων, που εστιάζει στην παροχή πηγαίας, αυθεντικής φιλοξενίας με συνέπεια στην αριστεία και την αρμονία. Με σεβασμό, υπευθυνότητα και ομαδικότητα προσφέρουμε στον φιλοξενούμενο μοναδικές εμπειρίες που ξεπερνούν κάθε προσδοκία. 

Τι θα συμβουλεύατε μια γυναίκα που θα επιθυμούσε να ασχοληθεί με τον τομέα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων;

Η ενασχόληση με τον ξενοδοχειακό τομέα απαιτεί να έχεις στόχους, πάθος, επιμονή και υπομονή. Αν τα διαθέτεις και είσαι διατεθειμένη να χάσεις τον ύπνο σου και την προσωπική σου ζωή τότε ναι προχωράς,

Ποια είναι για εσάς τα βασικά στοιχεία που εξασφαλίζουν επιτυχία σε μια επιχείρηση;

Το ξενοδοχείο, αποτελεί μια τελείως διαφορετική οντότητα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση και η  επιτυχία του εξαρτάται μεταξύ των άλλων από την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, την ανθρώπινη αλληλεπίδραση, την αυθεντικότητα των εμπειριών που προσφέρεις και την ειλικρίνεια που εισπράττει ο φιλοξενούμενος, την ικανότητα παρακολούθησης των αλλαγών στο τουριστικό προϊόν και την γρήγορη προσαρμογή στις νέες τάσεις. Η δυνατότητα να τοποθετείς τον εαυτό σου στη θέση του φιλοξενούμενου και να μην κάνεις ποτέ αυτό που δεν θα σου άρεσε να σου κάνουν βοηθάει αποτελεσματικά να αποφεύγεις λάθη. 

Πιστεύετε πως ο τομέας με τον οποίο ασχολείστε μπορεί να έχει εξέλιξη στο μέλλον; 

Η τουριστική βιομηχανία συνεχώς εξελίσσεται.  Οι άνθρωποι δεν σταματούν να ταξιδεύουν είτε για λόγους αναψυχής ,είτε για επαγγελματικούς, το ζητούμενο όμως είναι η ταχύτητα με την οποία τα ξενοδοχεία προσαρμόζονται στις νέες τάσεις, πχ. Millennials, νέες αναδυόμενες οικονομίες κλπ.

Ποιο είναι το «δυνατό» σημείο της εταιρίας σας, το πλεονέκτημά της σε σχέση με τις άλλες εταιρίες του ανταγωνισμού; 

Το δυνατό μας σημείο είναι η ποιότητα και η αυθεντικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών μας. Για μας η φιλοξενία είναι τρόπος ζωής και όχι απλά μια επαγγελματική δραστηριότητα.

Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Το ξενοδοχείο παραμένει ανοικτό και τον χειμώνα οπότε τα σχέδια μας συνεχίζουν πάνω σε αυτή την βάση, παρέχουμε «χειμωνιάτικη» φιλοξενία, με δραστηριότητες προσαρμοσμένες στην εποχή πχ μάζεμα ελιάς.

Petra & Fos Boutique Hotel & Spa

 

 

Continue Reading

Επίκαιρα Πρόσωπα

Pasqualine Bossu: «Τέχνη με ένδυμα παραδοσιακό»

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Η Pasqualine Bossu (Πασκαλίν Μποσί), η Γαλλίδα εικαστικός που ζει εδώ και αγαπά την Ελλάδα θέλοντας να εκφράσει την αγάπη της για την ελληνική παράδοση, τη νοσταλγία της για τα οικεία πρόσωπα στη γενέτειρά της, αλλά και να θίξει το επίκαιρο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας και της ενσωμάτωσης σε μια ξένη κουλτούρα, δημιούργησε μια σειρά από πορτρέτα της οικογένειάς της με ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές. Παρουσίασε λοιπόν την υπέροχη δουλειά της  με τίτλο «Ρίζες – καταγωγές & παραδόσεις».

Στη θεματική αυτή συνδύασε τα γενετικά χαρακτηριστικά, τις ομοιότητες, τις ιδιαίτερες πτυχές του χαρακτήρα, τις ιστορίες ζωής και το κρυφό παρελθόν των προσώπων με τις κατάλληλες ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές. Ερευνώντας σε βάθος την ελληνική επαρχία, τις παραδόσεις, τους χορούς και τις φορεσιές αποτίει φόρο τιμής στους προγονούς της, αποδίδοντάς τους μια νέα προσωπικότητα.

Συναντήσαμε την Pasqualine και μιλήσαμε για τις πηγές της έμπνευσής της, αλλά και για την αγάπη της για την Ελλάδα.

– Τι σε ενέπνευσε και επέλεξες ως θεματική γι’ αυτή τη δουλειά σου τους δεσμούς που σε συνδέουν με τις οικογενειακές σου ρίζες;  Μήπως η νοσταλγία για τη γενέτειρά σου;

Ξεκίνησα αυτή τη δουλειά από αγάπη και θαυμασμό για την Ελλάδα και την ελληνική παραδοσιακή φορεσιά. Δεν είχε καν περάσει από το μυαλό μου ότι θα εξελισσόταν μ’ αυτόν τον τρόπο. Είχα αρχικά κάνει μια παρόμοια δουλειά για την εταιρεία COCOMAT, με την οποία συνεργάζομαι, χρησιμοποιώντας άγνωστα πρόσωπα με στολές από το Μαρόκο. Αυτή, όμως, η δουλειά είχε διακοσμητικό χαρακτήρα. Η αγάπη μου όμως για την Ελλάδα, στην οποία διαμένω μόνιμα πολλά χρόνια τώρα, ο θαυμασμός για την ελληνική παραδοσιακή ενδυμασία και η νοσταλγία μου για τους οικείους μου στη Γαλλία με ενέπνευσαν να δημιουργήσω αυτά τα πορτρέτα.

Πιο συγκεκριμένα, στα 20ά γενέθλια της κόρης μου μού γεννήθηκε η ιδέα αυτή. Μισή Γαλλίδα, μισή Ελληνίδα η κόρη μου σκέφτηκα, ότι θα ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για ένα τέτοιο πορτρέτο. Θέλησα, λοιπόν, να της «φορέσω» ένα ένδυμα ταιριαστό μ’ εκείνη και επειδή μεγάλωσε στον Νομό Αττικής, της διάλεξα κάτι ανάλογο. Έτσι, δημιούργησα το πρώτο πορτρέτο της θεματικής αυτής. Αφοσιώθηκα σ’ αυτή τη δουλειά και θέλησα να εκφραστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για τη χώρα που αγαπώ, σέβομαι και ζω με την οικογένειά μου.

– Όπως αντιλαμβανόμαστε, θεωρείς την «οικογένεια» βάση και κινητήρια δύναμη για δημιουργία. Θα ήθελες να μας μιλήσεις γι’ αυτό;

Είναι αλήθεια αυτό! Για μένα η οικογένεια είναι η αφετηρία για δημιουργία. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, θα σας διηγηθώ το περιστατικό που με ώθησε στη δημιουργία και ολοκλήρωση αυτής της θεματικής.Η κόρη μου σπούδασε θέατρο. Παρακολουθώντας την παράσταση η «Μητέρα του σκύλου» από το βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι, που έχει σαν θέμα τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια μιας κοπέλας, λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο την Κατοχή σε ένα επαρχιακό χωριό και τη σχέση με την μητέρα της, ήρθε στο μυαλό μου η ιστορία και η σχέση της γιαγιάς μου με την προγιαγιά μου.

«ΟΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ, ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΓΕΝΙΑ ΣΕ ΓΕΝΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ»

Οι γυναίκες αυτές χωρίστηκαν από τη φρίκη και τις συνθήκες του πολέμου. Φαντάστηκα, λοιπόν, ότι θα μπορούσα να τις παρουσιάσω να φορούν μικρασιατικές παραδοσιακές φορεσιές. Επίσης, με ερέθισμα αυτό και σκεπτόμενη ότι το ένδυμα του γάμου και τα χρυσαφικά που τον κοσμούν είναι ο θησαυρός της οικογένειας και αυτός κληρονομείται από γενιά σε γενιά, σχηματοποιήθηκε στο μυαλό μου η ιδέα να ζωγραφίσω τις γυναίκες του γενεαλογικού δέντρου της κόρης μου και να ολοκληρώσω έτσι αυτήν τη θεματική.

Οι τοπικές αυτές ενδυμασίες, εμπνευσμένες από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, αντιπροσωπεύουν την οικογενειακή κληρονομιά που περνάει από γενιά σε γενιά ανά τους αιώνες.

– Από ποιους καλλιτέχνες και ποιες άλλες πηγές πιστεύεις ότι έχεις επηρεαστεί;

Θα μπορούσα να πω ότι η επιρροή μου σ αυτή τη δουλειά είναι έντονη από τον Gustav Klimt. Χρησιμοποιώ λάδι με μια mixed τεχνική και σε κάποια έργα υπάρχει έντονο το χρυσό χρώμα. Δίνω έμφαση στο πρόσωπο και παρουσιάζω το έργο χωρίς προοπτική. Για το φόντο διαλέγω κάποια λεπτομέρεια από τη φορεσιά. Για την θεματική αυτή συνέλεξα φωτογραφίες κυρίως από το Μουσείο Μπενάκη, αλλά και κάποιες άλλες πάρα πολύ παλιές με παραδοσιακές φορεσιές, τις οποίες προσπάθησα να τις αποδώσω με αυθεντικότητα στους πίνακες μου. Για παράδειγμα, η δική μου φορεσιά, στην αυτοπροσωπογραφία μου είναι μια παραδοσιακή φορεσιά από το 1795, ιδιαίτερα σπάνια και δυσεύρετη.

– Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Την συνέχεια της συνέντευξης θα την βρείτε εδω

* H συνέντευξη  δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «axianews»

Photo: Aris Roupinas

Continue Reading

Trending