Διευθυντής Ορχήστρας δολοφονείται από την ράβδο του!
Γράφει ο André Hallack*
Όταν ακούμε την ιδιότητα «Διευθυντής Ορχήστρας», ή μαέστρος όπως αποκαλείται συχνά στα ελληνικά από τον ιταλικό όρο, η χαρακτηριστική εικόνα σήμα-κατατεθέν, που συνήθως μας έρχεται αμέσως στο νου, σχεδόν σαν καρικατούρα, είναι κάποιος με άτακτα και τρελά μαλλιά, να κουνά τα χέρια του με μανιώδη τρόπο μπροστά σε μια ορχήστρα κρατώντας ένα λεπτό μακρόστενο ξυλάκι.
Από παιδί όταν ήμουν, αυτό το μακρόστενο ξυλάκι πάντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μου προκαλούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και περιέργεια.
Με αυτό, ο Διευθυντής Ορχήστρας φαινόταν να μεταδίδει μια επιβλητική αύρα, λες και ήταν ένας μάγος. Ναι, ένας μάγος της μουσικής -θα μπορούσε κάποιος να πει- που κρατάει ένα μαγικό ραβδί με το οποίο μπορεί να μαγεύει μια ολόκληρη ορχήστρα, Μια ορχήστρα σαν να την κρατούσε στην παλάμη του χεριού του, έτοιμη να εκτελεί ότι της προστάζει, άλλοτε με δύναμη και ένταση σαν κεραυνός κι άλλοτε απαλά σαν ρυάκι.
Αυτή η περιέργεια να ανακαλύψω τη φύση και την ιστορία πίσω από τη μπαγκέτα (baguette), όπως αποκαλείται η «ράβδος» του μαέστρο ή baton (όπως την αποκαλούν οι Άγγλοι) με έφερε σε επαφή με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες, αν και όχι πολύ διαδεδομένες προσωπικότητες/ συνθέτες στην ιστορία της κλασσικής μουσικής.
ΜΙΑ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ ΤΟΥ, ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΙ ΟΤΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΖΕΙ
Θεωρείται ο πατέρας του γαλλικού ύφους της Μπαρόκ μουσικής, όπως και της γαλλικής όπερας (tragédie en musique ή tragédie lyrique), από την οποία αποκήρυξε κάθε ιταλική επιρροή, αφού θεωρούσε την ιταλική όπερα ακατάλληλη για τη γαλλική γλώσσα και την προσάρμοσε κατά την προτίμηση του γαλλικού κοινού.
Επίσης, θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος συνθέτης που επιμελήθηκε με περισσή λεπτομέρεια ό,τι αφορούσε την ορχήστρα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πειθαρχία των μουσικών και στην τήρηση του ρυθμού. Απαιτητικός καθώς ήταν, εκπαίδευε ο ίδιος τους μουσικούς και τους τραγουδιστές και διηύθυνε το θέατρό του μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια.
Μπορούμε να πούμε ότι έθεσε τις βάσεις για την ορχήστρα, με την σύγχρονη έννοια του όρου, γράφοντας για συγκεκριμένο αριθμό οργάνων και χωροθέτοντας τα σε συγκεκριμένες θέσεις. Η επίδραση της μουσικής του ήταν επίσης εμφανής στην Αυλή όπου και εργαζόταν καθώς αντί για τις αργές και επιβλητικές κινήσεις που είχαν επικρατήσει μέχρι τότε στα μπαλέτα και τους χορούς της Αυλής, εισήγαγε χορούς με ζωντάνια και γρήγορους εύθυμους ρυθμούς.
Μια προσωπικότητα που όμως, σημάδεψε την θέση του στην ιστορία με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να πει πως, παρ΄όλη τη μεγάλη δόξα, δύναμη και επιρροή που απολάμβανε, κινδύνευε να ξεχαστεί και να περιπέσει σε λήθη όντας σχεδόν άγνωστος σήμερα.
Ο λόγος που τον θυμόματε δεν ήταν άλλος από τον τρόπο που πέθανε.
Ο λόγος για τον Giovanni Battista Lulli ή κατά κόσμον Jean-Baptiste Lully.
Giovanni Battista Lulli ή κατά κόσμον Jean-Baptiste Lully
Γιος μιας οικογένειας μυλωνάδων, ο Lully γεννήθηκε το 1632 στη Φλωρεντία – το αρχικό του όνομα ήταν Τζοβάννι Μπατίστα Λούλλι (Giovanni Battista Lulli). Συνήθιζε να λέει ότι ένας Φραγκισκανός μοναχός του έδωσε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής και του δίδαξε κιθάρα. Ωστόσο πληροφορίες για την γενικότερή του εκπαίδευση και τη μουσική του κατάρτιση κατά τη διάρκεια της νιότης του στη Φλωρεντία δεν έχουμε. Αργότερα έλαβε και μαθήματα βιολιού και χορού.
Το 1646, έπιασε το πρώτο τυχερό του λαχείο. Κατά τη διάρκεια του γιορτασμού του Mardi Gras, το Καρναβάλι στη Φλωρεντία, ενώ τριγύρναγε στους δρόμους ντυμένος ως Harlequin (αρλεκίνος) με το βιολί του διασκεδάζοντας τους παριστάμενους, ο νεαρός Lully προσέλκυσε τη προσοχή και το ενδιαφέρον του Roger de Lorraine, Chevalier de Guise, γιού του Charles.
Ο Δούκας του Guise (ο οποίος, όπως θα περίμενε κανείς από όλο αυτόν τον τίτλο, ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο.) ο οποίος επέστρεφε στη Γαλλία και έψαχνε κάποιον που μπορούσε να συνομιλήσει στα ιταλικά με την ανιψιά του, την Anne Marie Louise d’Orleans, τη Δούκισσα του Montpensier (εξίσου πολύ σημαντικό πρόσωπο που τύχαινε να είναι η ξαδέλφη του βασιλιά της Γαλλίας).
Ο Chevalier πήρε το αγόρι μαζί του στο Παρίσι όπου, σε ηλικία δέκα τεσσάρων ετών, εισήλθε στην υπηρεσία της Δούκισσας και έμεινε μέχρι το 1652, υπηρετώντας ως «garçon de chambre» και ως δάσκαλος ιταλικών. Στο μεταξύ και μέσα σε αυτό το διάστημα, ο Lully πιθανώς να αξιοποιούσε το χρόνο του εκεί προς βελτίωση των μουσικών του δεξιοτήτων δουλεύοντας με τους μουσικούς της αυλής της Δούκισσας και σπουδάζοντας με τους συνθέτες Nicolas Métru, François Roberday και Nicolas Gigault.
Το ταλέντο του έφηβου Lully ως κιθαρίστας, βιολιστής και χορευτής γρήγορα του χάρισαν το παρατσούκλι “Baptiste” και “le grand baladin” (μεγάλος καλλιτέχνης δρόμου).
O νεαρός Lully σύντομα κατάφερε να προσελκύσει την προσοχή του επίσης νεαρού Λουδοβίκου (ο οποίος στη συνέχεια θα στεφόταν Λουδοβίκος XIV της Γαλλία), όταν συμμετείχε μαζί του χορεύοντας στο μπαλέτο Ballet Royal de la nuit, όπου ο Lully έπαιξε και ερμήνευσε αρκετούς ρόλους, όπως π.χ. έναν βοσκό, έναν στρατιώτη και έναν ζητιάνο.
Ο Λουδοβίκος απολάμβανε τους ρόλους και τον χορό του Lully τόσο πολύ που πολύ γρήγορα τον διόρισε Compositeur de la musique instrumentale (Αυλικό Συνθέτη Οργανικής Μουσικής) της Βασιλική Αυλής, όπου θα διέμενε και θα πέρναγε το μεγαλύτερο μέρος της (μικρής) ζωής του εργαζόμενος εκεί, και στη συνέχεια διευθυντή της προσωπικής ορχήστρας βιολιών του βασιλιά, γνωστή ως Petits Violons («Μικρά Βιολιά») όπως και διευθυντή της βασιλικής ορχήστρας μουσικής δωματίου.
Η Greta Garbo, η Elizabeth Taylor, η Brigitte Bardot, η Vivien Leigh, η Audrey Hepburn & η Marilyn Monroe είναι θρυλικές, εμβληματικές ηθοποιοί από τη ΧρυσήΕποχή του Χόλιγουντ
Η Greta Garbo, η Elizabeth Taylor, η Brigitte Bardot, η Vivien Leigh, η Audrey Hepburn & η Marilyn Monroe είναι θρυλικές, εμβληματικές ηθοποιοί από τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ και όχι μόνο, που φημίζονται για την ξεχωριστή ομορφιά τους, τη σαγηνευτική παρουσία τους στην οθόνη και τη διαρκή επιρροή τους στον κινηματογράφο, τη μόδα και τον πολιτισμό, αντιπροσωπεύοντας διαφορετικές πτυχές της γοητείας τους.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Γκρέτα Γκάρμπο περιλάμβαναν την αινιγματική της αύρα, την έντονα μυστηριώδη παρουσία της στην οθόνη, το νατουραλιστικό στυλ υποκριτικής, ενώ φημιζόταν την εντυπωσιακή ομορφιά της, τα εκφραστικά της μάτια, τη μοναχικότητά της και τις μελαγχολικές απεικονίσεις της. Η Γκρέτα Γκάρμπο ήταν διάσημη για την απομόνωση και την επιθυμία της να “φύγει”, ενώ παράλληλα ήταν ζεστή με χιούμορ γυναίκα που αγαπούσε την τέχνη και την πολυτέλεια. Ταυτίστηκε με χαρακτηριστικά κομμάτια όπως τα σκούρα παλτό και τα καπέλα, καθιστώντας την σύμβολο της γοητείας της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ και της σύγχρονης γυναίκας.
Τα χαρακτηριστικά της Ελίζαμπεθ Τέιλορ περιλάμβαναν τα εκπληκτικά καταγάλανα-βιολετί μάτια της, τη σιλουέτα κλεψύδρας και το σαγηνευτικό μείγμα ευάλωτης αλλά και ανεξάρτητης γυναίκας που πρόβαλε στους ρόλους και τη ζωή της, που χαρακτηριζόταν από την θρυλική ομορφιά της και την αγάπη της στα διαμάντια, την ισχυρή προσωπικότητά της, αλλά την έντονη ευαισθητοποίηση για το AIDS. Ήταν μια δυναμική μαχήτρια, ενσαρκώνοντας τόσο την αίγλη, όσο και την βαθιά ανθρωπιά.
Τα πιο ξεχωριστά χαρακτηριστικά της Μπριζίτ Μπαρντό ήταν η φυσική της ομορφιά, το επαναστατικό της πνεύμα και η ενσάρκωση της σεξουαλικής απελευθέρωσης με σύμβολο τα ατημέλητα ξανθά μαλλιά με όγκο και το κούρο eyeliner που έκανε το βλέμμα της διαπεραστικό. Προτιμούσε off-the-shoulder φορέματα και μπαλαρίνες, με απλότητα που τόνιζε τη θηλυκότητα και τη φυσική ομορφιά της απορρίπτοντας την επιτηδευμένη κομψότητα. Το κενό ανάμεσα στα δόντια της έγινε σύμβολο αισθησιασμού και παιδικής αθωότητας. Αργότερα η Μπαρντό χαρακτηρίστηκε από την παθιασμένη υπεράσπισή και τον ακτιβισμό για τα δικαιώματα των ζώων , καθώς και τις αμφιλεγόμενες πολιτικές της απόψεις, ειδικά όσο αφορά τη μετανάστευση. Έγινε ένα επαναστατικό είδωλο για την ελευθερία, αλλά και μια αμφιλεγόμενη φιγούρα λόγω της ισχυρής, ασυμβίβαστης προσωπικότητάς της, αποτελώντας ένα εμβληματικό πρόσωπο της Γαλλίας που άλλαξε τα πρότυπα ομορφιάς και ηθών.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Βίβιαν Λι περιλάμβαναν μια εκπληκτική, αιθέρια ομορφιά σε συνδυασμό με έντονη δραματική δύναμη, που της επέτρεπαν να υποδύεται εύθραυστους, αλλά και εντυπωσιακούς χαρακτήρες όπως η Σκάρλετ Ο’Χάρα και η Μπλανς Ντυμπουά με ακατέργαστο συναισθηματικό βάθος. Με αψεγάδιαστο πρόσωπο και ντελικάτη εμφάνιση, θεωρούσε ότι η φυσική της ομορφιά επισκίαζε το ταλέντο της. Παράλληλα χαρακτηριζόταν εντυπωσιακή φωτογραφική μνήμη για σενάρια και μια έντονη αφοσίωση στο κλασικό θέατρο, καθιστώντας την μια αριστοτεχνική ηθοποιό παρά τα σημαντικά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε όπως η μανιοκατάθλιψη.
Η Όντρεϊ Χέπμπορν χαρακτηριζόταν από τη μοναδική της ομορφιά με μάτια ελαφιού, το σαγηνευτικό και διαχρονικό της στυλ με αξεπέραστη κομψότητα, την αέρινη παρουσία της στον κινηματογράφο και το θέατρο, και την υποκριτική της δεινότητα που επιβραβεύτηκε από σειρά βραβείων Όσκαρ, Τόνυ, Έμμυ, Γκράμι, ενώ ξεχώρισε σε ρόλους όπως Breakfast at Tiffany’s και My Fair Lady. Βαθιά είναι και η εσωτερική της ομορφιά, η συμπόνια και η αφοσίωσή της ως Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, καθιστώντας την ένα διαχρονικό είδωλο χάρης και ανθρωπισμού πέρα από την υποκριτική της ικανότητα. Αποτελεί σύμβολο της μόδας και της κλασικής ομορφιάς του 20ου αιώνα.
Η Μέριλιν Μονρόε χαρακτηριζόταν από την εμβληματική της εμφάνιση, τα πλατινένια μαλλιά, κόκκινα χείλη, η ελιά στο μάγουλο, και τα στενά φορέματα που αναδείκνυαν το καλλίγραμμο σώμα της σε σχήμα κλεψύδρας. Κύριο χάρισμα της το χαριτωμένο φλερτ, αλλά και ένα κοφτερό μυαλό, η αγάπη για το διάβασμα και η ισχυρή αποφασιστικότητα να ξεπεράσει ένα δύσκολο παρελθόν, καθιστώντας την ένα σύνθετο μείγμα δύναμης και ευαλωτότητας, γοητείας και οικειότητας, που χαρακτήριζε την παγκόσμια και διαχρονική φήμη της. Η λαχανιασμένη φωνή της ήταν μια συνειδητή τεχνική για να διαχειριστεί ένα παιδικό τραυλισμό, προσθέτοντας στη μοναδική της γοητεία.
Πώς να παντρευτείς έναν εκατομμυριούχο σε σκηνοθεσία Jean Negulesco και σενάριο και παραγωγή Nunnally Johnson.
Πρωταγωνιστούν οι Betty Grable, Marilyn Monroe και Lauren Bacall ως τρία μοντέρνα μοντέλα του Μανχάταν, μαζί με τους William Powell, David Wayne, Rory Calhoun και Cameron Mitchell ως τους πλούσιους. Τρεις γυναίκες, η πανέξυπνη Σάτσε Πέιτζ, η αφελής Λόκο Ντέμπσεϊ και η μυωπική Πόλα Ντεμπεβουάζ, έχουν κοινό στόχο: να παντρευτούν έναν εκατομμυριούχο. Νοικιάζουν ένα πολυτελές ρετιρέ στη Νέα Υόρκη και οργανώνουν σχέδιο για να προσεγγίσουν την πλούσια ελίτ της πόλης. Είναι μια αμερικανική ρομαντική κωμωδία του 1953 που συμπρωταγωνιστούν 3 γυναίκες που άφησαν το αποτύπωμα τους, τόσο στιλιστικά όσο και κινηματογραφικά.
Μέριλιν Μονρόε
Η Μέριλιν Μονρόε, με τα ξανθά κυματιστά μαλλιά, τη χαρακτηριστική ελιά και το έντονο ταμπεραμέντο της, αποτέλεσε το απόλυτο σύμβολο της αίγλης του Χόλιγουντ στη δεκαετία του ’50.
Η εικόνα της γοήτευσε πολλούς διάσημους σχεδιαστές μόδας, όπως οι Christian Dior, Yves Saint Laurent, Emilio Pucci και Salvatore Ferragamo. Παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνει η Newman από το Regent’s University του Λονδίνου, η Μονρόε δεν ήταν γνωστή για την προσκόλλησή της στην υψηλή μόδα. Δεν ακολουθούσε τις τάσεις· αντίθετα, δημιούργησε το δικό της προσωπικό στιλ.
Ένα από τα αγαπημένα της brands ήταν ο Emilio Pucci, από τον οποίο αγόραζε συχνά πολλά κομμάτια. Μάλιστα, η ηθοποιός θάφτηκε φορώντας ένα απλό μεταξωτό πράσινο φόρεμα Pucci, το οποίο είχε ιδιαίτερη αξία για την ίδια. Επίσης, στην κατοχή της είχε τις διάσημες ρουμπινένιες παντόφλες του Salvatore Ferragamo, που είχε φορέσει η Τζούντι Γκάρλαντ στον «Μάγο του Οζ». Το 1999 ο οίκος Ferragamo τις αγόρασε πίσω σε δημοπρασία του Christie’s για 48.000 δολάρια, και σήμερα αποτελούν μέρος του αρχείου του.
Η Newman υποστηρίζει πως εκτός οθόνης η Μονρόε ήταν αρκετά σεμνή και ντυνόταν περισσότερο ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον — το πραγματικό της όνομα — και όχι ως ο «άγγελος του σεξ», όπως την αποκάλεσε ο βιογράφος της Νόρμαν Μέιλερ. Η καθημερινή της γκαρνταρόμπα ήταν απλή και μίνιμαλ, ενώ δεν είχε καν προσωπικό στιλίστα. Δημιουργούσε μόνη της τις εμφανίσεις της, καταφέρνοντας να γοητεύει το κοινό με φυσικότητα, κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι σήμερα. Το καλοκαίρι του 1962, ο φωτογράφος George Barris την απαθανάτισε στην παραλία της Σάντα Μόνικα, όπου φορούσε μια χειροποίητη μεξικανική πλεκτή ζακέτα τύπου Cowichan, την οποία είχε αγοράσει στο Μεξικό. Πρόκειται για ένα από τα λίγα ρούχα που συνδέονται με τη Μονρόε εκτός κινηματογραφικού πλατό και το οποίο άσκησε μεγάλη επιρροή στη μόδα και τη λαϊκή κουλτούρα.
Η ζακέτα αυτή ενέπνευσε μεταγενέστερες εμφανίσεις, όπως του Στίβεν ΜακΚουίν στο «Starsky & Hutch» και του Τζεφ Μπρίτζες στο «The Big Lebowski». Ακόμη και η Max Mara δανείστηκε το συγκεκριμένο ύφος στη φθινοπωρινή συλλογή της το 2015, με πρωταγωνίστρια την Τζίτζι Χαντίντ σε μια εικόνα εμπνευσμένη από τη Μονρόε.
Ίσως τελικά, η απλότητα αυτού του ρούχου να έχει αντέξει περισσότερο στον χρόνο από το λαμπερό φόρεμα του Jean Louis που φορούσε η Μονρόε όταν τραγούδησε το «Happy Birthday» στον πρόεδρο Κένεντι το 1962, λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό της.
Μπέτι Κρέιμπλ
Η Μπέτι Γκρέιμπλ ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ηθοποιός του Χόλιγουντ. Αναδείχθηκε στο πιο διάσημο pin-up girl της εποχής της, γνωστή για το εκθαμβωτικό της χαμόγελο και τα θρυλικά της πόδια, τα οποία μάλιστα είχαν ασφαλιστεί για το εντυπωσιακό ποσό του 1 εκατομμυρίου λιρών.
Το 1943 σε μια φωτογραφία της όπου εμφανιζόταν με λευκό μαγιό κοιτώντας πάνω από τον ώμο της, έγινε η πιο δημοφιλής pin-up αφίσα στην Αμερική κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν επρόκειτο απλώς για μια εικόνα, αλλά για ένα ισχυρό σύμβολο ελπίδας, ομορφιάς και πατριωτισμού που συντρόφευε τους Αμερικανούς στρατιώτες στις δύσκολες στιγμές του πολέμου.
Η αφίσα της Γκρέιμπλ συνέβαλε καθοριστικά στην εξάπλωση της pin-up κουλτούρας, διαμορφώνοντας τάσεις στο μακιγιάζ, στις πόζες και στην αισθητική της εποχής. Έγινε πρότυπο για τα μελλοντικά pin-up girls και αργότερα επηρέασε την αίγλη των μοντέλων της δεκαετίας του ’50.
Ακόμη και σήμερα, η επιρροή της Μπέτι Γκρέιμπλ παραμένει ζωντανή. Εμπνέει τη σύγχρονη pin-up τέχνη, ρετρό φωτογραφίσεις, vintage μόδα, αλλά και γυναικεία pin- up τατουάζ, αποδεικνύοντας πως η κληρονομιά της συνεχίζει να διαμορφώνει την αισθητική και τη φαντασία μέχρι και τις μέρες μας.
Το πιο συναρπαστικό στοιχείο στην παρουσία της Grable είναι ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να ενσαρκώσει ταυτόχρονα τη δύναμη και τη θηλυκότητα σε μια εποχή όπου οι γυναίκες όφειλαν να ισορροπούν ανάμεσα στη σεμνότητα και τη σαγήνη. Αντιπροσώπευε μια εξιδανικευμένη εικόνα της Αμερικανίδας, μια φιγούρα που προκαλούσε βαθιά απήχηση και θαυμασμό σε ολόκληρη τη χώρα.
Ωστόσο, αυτό που συχνά μένει στη σκιά είναι ο εσωτερικός αγώνας της Μπέτι απέναντι στις προσωπικές της ανασφάλειες, ακόμη και μέσα στην ατμόσφαιρα της δημόσιας λατρείας. Παρότι υπήρξε μία από τις πιο ακριβοπληρωμένες σταρ του Χόλιγουντ στα χρόνια της ακμής της, βρέθηκε αντιμέτωπη με σκληρή κριτική, τόσο για την εμφάνισή της όσο και για το υποκριτικό της ταλέντο.
Καθώς εξετάζουμε τη ζωή της Κρέιμπλ πέρα από τον κινηματογράφο, τους γάμους που επηρέασαν τα συναισθήματά της και τις δυσκολίες της γήρανσης σε μια βιομηχανία που λάτρευε τη νεότητα, βλέπουμε σιγά σιγά να αποκαλύπτεται η πραγματική της προσωπικότητα.
Σε πολλές περιπτώσεις, η Μπέτι Κρέιμπλ ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή σταρ. Αποτελούσε κομμάτι της αμερικανικής κουλτούρας, μια υπενθύμιση πως πίσω από κάθε σύμβολο κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία γεμάτη επιτυχίες αλλά και σκληρές δοκιμασίες.
Λορίν Μπακόλ
Αν υπήρχε ένα πρόσωπο που μπορούσε να αποδώσει απόλυτα το στυλ της δεκαετίας του 1940, αυτό ήταν αναμφίβολα η Λορίν Μπακόλ. Ακόμη και μέσα στη δύσκολη περίοδο του πολέμου, η υψηλή ραπτική παρέμενε σημαντική και εκείνη ήξερε καλύτερα από κάθε άλλη πώς να την εκπροσωπεί. Το στιλ της ήταν δημοφιλές όχι με επιτηδευμένο τρόπο, αλλά με τη μοναδική κομψότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτήριζαν την ίδια. Όποιες θέλουν να εμπνευστούν από αυτό το look πρέπει να ανατρέξουν σε εκείνη την εποχή και όχι σε σύγχρονες pop αναφορές. Τότε ήταν που οι γυναίκες άρχισαν να φορούν παντελόνια για πρώτη φορά και η Μπακόλ ήταν από εκείνες ένιωθαν ότι αυτό ήταν όχι μόνο αποδεκτό, αλλά και απόλυτα κομψό. Η εικόνα της Μπακόλ καθισμένη ανέμελα σε μια μηχανή με ένα ποτήρι κρασί αποπνέει ένα διαχρονικό συνδυασμό άνεσης, θηλυκότητας και δυναμισμού. Ήταν ταυτόχρονα κομψή και τολμηρή, αρρενωπή και θηλυκή. Καθώς μεγάλωνε το στυλ της εξελισσόταν χωρίς ποτέ να χάνει τη μοναδικότητα του. Παρέμεινε μια γυναίκα που συνεχίζει να εμπνέει ένα πραγματικά αυθεντικό ταλέντο και ένα πρωτότυπο είδωλο. Το φως μιας τέτοιας σταρ μπορεί να έχει σβήσει, όμως όπως η Γκρέιμπλ, η Μονρόε και άλλοι θρύλοι, έτσι και η Μπακόλ δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Δεν υπήρξε μόνο σπουδαία ηθοποιός, αλλά και μία από τις πιο κομψές γυναίκες που πέρασαν ποτέ από τον κινηματογράφο. Τα άψογα μαλλιά, τα χαρακτηριστικά φρύδια, τα εφαρμοστά ρούχα, η χάρη με την οποία κινούνταν και η βραχνή, ξεχωριστή φωνή της δημιουργούσαν μια εικόνα
μοναδικής γοητείας. Ο τρόπος που ντυνόταν αποδεικνύει πόσο διαχρονικό είναι το κλασικό στυλ. Ένα αυθεντικό πρότυπο κομψότητας. Μια γυναίκα που δημιούργησε τη δική της πορεία και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί πηγή έμπνευσης.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θερμαϊκός το νέο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο της Ασπασίας Σιγάλα με τίτλο «Ο κήπος της Μάγιας», σε εικονογράφηση της Μαιρηλίας Φωτιάδου. Ένα νέο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο έρχεται να συγκινήσει μικρούς και μεγάλους αναγνώστες. Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία της Μάγιας, ενός μικρού κοριτσιού που ζει σε μια μεγάλη πόλη και καθημερινά επισκέπτεται έναν υπέροχο κήπο, τον οποίο θεωρεί δικό της. Όλα αλλάζουν όταν η πρόσβαση στον κήπο κλείνει οριστικά. Η Μάγια βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια και τα δύσκολα συναισθήματα που αυτή φέρνει:την απογοήτευση, την απελπισία, τον θυμό και τη θλίψη. Καθώς προσπαθεί να ξεπεράσει αυτή τη δοκιμασία, ανακαλύπτει πολύτιμα μαθήματα για τη δύναμη της δημιουργίας, την ανθεκτικότητα και τη χαρά που κρύβεται στο να ξεκινάς ξανά από την αρχή. Με λιτό και τρυφερό λόγο, αλλά και ζωντανή εικονογράφηση, “Ο κήπος της Μάγιας” είναι ένα βιβλίο που μιλά για την ελπίδα, την αναγέννηση και την ομορφιά που μπορεί να γεννηθεί μέσα από την απώλεια. Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες.
Περίληψη
Η Μάγια ζει σε μια μεγάλη, πολύβουη πόλη. Κάθε μέρα βρίσκει χαρά και γαλήνη σ’ έναν όμορφο κήπο· έναν κήπο που νιώθει δικό της. Όμως μια μέρα, η πόρτα του κήπου κλείνει για πάντα. Και τότε η Μάγια έρχεται αντιμέτωπη με την απογοήτευση, την απελπισία, τον θυμό και τη θλίψη. Μέσα από αυτό το ταξίδι ανακαλύπτει πως η απώλεια μπορεί να μετατραπεί σε δημιουργία, πως η ελπίδα ανθίζει ξανά, και πως η χαρά κρύβεται στο να ξεκινάς από την αρχή… φυτεύοντας σπόρους για έναν νέο, δικό της κήπο, νέες, αναπάντεχες φιλίες γεννιούνται. Μια τρυφερή και αισιόδοξη ιστορία για τη δύναμη της ανθεκτικότητας, της δημιουργίας και της ελπίδας που ποτέ δεν σβήνει.
Βιογραφικό συγγραφέα
H Aσπασία Σιγάλα γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Είναι συγγραφέας και μεταφράστρια και έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα: «Ο πρίγκιπας ξεθώριασε στο πλύσιμο», «Τα Άλφα της Βεατρίκης», «Bar Sur», τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη και το μυθιστόρημα «Φραγκίσκος», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κοχλίας. «Ο κήπος της Μάγιας» αποτελεί το πρώτο της παιδικό βιβλίο.