Connect with us

Έρευνες

ΜΕΛΕΤΗ ICAP: «ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ»

Σε φάση σταθεροποίησης η χονδρική αγορά φαρμάκων

  • Η αγορά φαρμάκου παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη την τελευταία τριετία (2015-2017), ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.
  • Τo 40,5% της αγοράς αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.
  • Οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία από το 2014 και έπειτα, ενώ οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης.

Οι τελευταίες εξελίξεις και προοπτικές του φαρμακευτικού κλάδου παρουσιάζονται στην τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP.

Ο φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί έναν από τους πιο στενά εποπτευόμενους και ρυθμιζόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, λόγω του αυστηρού θεσμικού πλαισίου που τον διέπει. Το εν λόγω πλαίσιο, καθορίζει το γενικότερο φάσμα δραστηριοποίησης του κλάδου και καλύπτει την ανάγκη για διασφάλιση της ποιότητας στην παρασκευή σκευασμάτων, τον εκσυγχρονισμό και την τήρηση των σχετικών προδιαγραφών, τον καθορισμό τιμών, τη συνταγογράφηση, κ.ά.

Στην ελληνική αγορά φαρμάκου εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περισσότερες από 100 φαρμακευτικές επιχειρήσεις και απασχολούνται 12.000 εργαζόμενοι περίπου. Σημαντικά ποσά επενδύονται σε ερευνητικά προγράμματα από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν ισχυρή παρουσία, τα οποία αφορούν θεραπευτικούς τομείς με σημαντικά περιθώρια εξέλιξης. Η εγχώρια ετήσια δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) εκτιμάται σε €100 εκατ. περίπου.

Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη (δημόσια & ιδιωτική) παρουσίασε ανοδική πορεία την περίοδο 2006-2009 και το 2009 διαμορφώθηκε σε €8.461 εκατ. (3,7% του ΑΕΠ).  Τα τελευταία χρόνια (2010-2017) η συνολική φαρμακευτική δαπάνη καταγράφει διαχρονική πτώση και το 2017 εκτιμάται σε €5.780 εκατ., καλύπτωντας 3,3% του ΑΕΠ.

Ανάλογη εικόνα και πορεία εμφανίζει και η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Την περίοδο 2006-2009 κινήθηκε ανοδικά με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,6%, ενώ διαμορφώθηκε σε €1.945 εκατ. περίπου το 2017 (την περίοδο 2010-2017 μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,2%). Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη δεν θα υπερβεί το ίδιο ποσό το 2018.

Αντίστοιχα, η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη εμφάνιζε μειοψηφική συμμετοχή επί της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, την περίοδο 2007-2011. Την περίοδο 2012-2015, διευρύνθηκε με έντονο ρυθμό, με συνέπεια το 2016 να ανέλθει σε €3.875 εκατ., ενώ το 2017 διαμορφώθηκε σε €3.835 εκατ. 

H αξία των εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,7% την περίοδο 2002-2011. To 2012 παρουσίασε σημαντική πτώση, ωστόσο, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία «προσαρμόστηκε» γρήγορα στις νέες συνθήκες της εγχώριας αγοράς (αυξανόμενη ζήτηση για γενόσημα φάρμακα, εξαγωγές, κτλ), με αποτέλεσμα από το 2013 η συνολική αξία των εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων να παρουσιάζει διαχρονική άνοδο.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, παρουσιάζει, ομολογουμένως, αισθητή βελτίωση στην οικονομική της αποδοτικότητα, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης χρήσης εγχωρίως παραγόμενων γενοσήμων φαρμάκων και της διεύρυνσης της εξαγωγικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ενισχύουν τη δραστηριότητα των εγχώριων αντιπροσώπων τους και προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με το Μάρκο Κοντοέ, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, ο οποίος επιμελήθηκε της παρούσας μελέτης, το συνολικό μέγεθος της αγοράς φαρμάκων (σε τιμές χονδρικής) παρουσίασε αύξηση την περίοδο 2000-2009, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 14,1%. Ωστόσο, η υφεσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και οι αλλεπάλληλες μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας της αγοράς από το 2010 και έπειτα. Την τελευταία τριετία (2015-2017) παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης. Από το συνολικό μέγεθος αγοράς, τo 40,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.

Η Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP αναφέρει ότι η οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών και η ανάγκη για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για τον εξορθολογισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, δημιούργησαν νέα δεδομένα και συνθήκες στην αγορά του φαρμάκου και αναπόφευκτα καθόρισαν την πορεία της.

Η επιβολή «εξοντωτικών» εκπτώσεων/κλιμακωτών εισφορών (rebate/clawback), το ύψος των οποίων διευρύνεται συνεχώς, συντηρούν το κλίμα οικονομικών πιέσεων στον κλάδο. Το συνολικό ποσό για το 2017 ανέρχεται σε €478 εκατ. (Clawback) και €402 εκατ. (Rebate). Το φαινόμενο εκτιμάται ότι θα διογκωθεί τα προσεχή έτη, καθώς οι εισφορές με τις οποίες αναμένεται να επιβαρυνθούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις το 2018 αγγίζουν τα €1.050 εκατ.

Μείζον πρόβλημα παραμένουν οι οφειλές από πλευράς του δημοσίου, οι οποίες δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις και παρενέργειες, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων. Το συνολικό ύψος των χρεών των Νοσοκομείων ΕΟΠΥΥ προς τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις – μέλη του ΣΦΕΕ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παραμένει υψηλό καθώς διαμορφώθηκε σε €556 εκατ. τον Σεπτέμβριο του 2018 από €1.194 εκατ. το 2015. 

Από τη συγκριτική χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών/εισαγωγικών επιχειρήσεων προκύπτει πως οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία (από το 2014 και έπειτα). Οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης, αλλά και βραχυπρόθεσμων τραπεζικών υποχρεώσεων προς πωλήσεις. Τόσο ο μέσος όρος είσπραξης απαιτήσεων όσο και ο μέσος όρος εξόφλησης προμηθευτών (σε ημέρες) είναι σαφώς μεγαλύτερος για τις παραγωγικές επιχειρήσεις.

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος παραγωγικών επιχειρήσεων παρουσίασε σωρευτική αύξηση 17,3% περίπου την περίοδο 2013-2017. Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων του κλάδου διευρύνθηκαν την εξεταζόμενη πενταετία (σωρευτική αύξηση: 10,3%), ενώ o συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου μειώθηκε κατά 2,1%. Τα λειτουργικά κέρδη παρουσίασαν αυξομειώσεις στη διάρκεια της εξεταζόμενης πενταετίας και το 2017 επανήλθαν στα ίδια επίπεδα με το 2013, ενώ τα καθαρά κέρδη παρουσίασαν διαχρονική αύξηση (2017/2013: +38,8%).

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος εισαγωγικών επιχειρήσεων κατέγραψε σωρευτική μείωση 3,7% περίπου την περίοδο 2013-2017. Τα ίδια κεφάλαια σταθεροποιήθηκαν την τελευταία διετία (2016-2017), ενώ αυξομειώσεις παρουσίασαν την εξεταζόμενη πενταετία οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των εισαγωγικών επιχειρήσεων. Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις περιορίστηκαν κατά 63% και ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου υποχώρησε (κατά 9,2%) την περίοδο 2013-2017. Το λειτουργικό αποτέλεσμα ακολούθησε φθίνουσα πορεία την περίοδο 2013-2016, ενώ το 2017 επανήλθε στα επίπεδα του 2013. Ανάλογη πορεία κατέγραψε και το καθαρό αποτέλεσμα, το οποίο επιδεινώθηκε (κατά 28,7%) το 2017/13, ενώ και τα κέρδη EBITDA περιορίστηκαν κατά 19% περίπου την ίδια περίοδο.

Οι πωλήσεις φαρμάκων, σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι διαμορφώθηκαν σε $1.158 δισ. το 2017, ενώ αναμένεται να ανέλθουν σε $1.550 δισ. το 2022. Η ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου (σε τιμές χονδρικής) εκτιμάται σε €207 δισ. περίπου το 2017, από €199,2 δισ. το προηγούμενο έτος (αύξηση 3,9%).

Πηγή

Έρευνες

Έρευνα Προοπτικών Απασχόλησης

 

Έρευνα Προοπτικών Απασχόλησης της ManpowerGroup για το Β’ Τρίμηνο 2019:

Το 31% των Ελλήνων εργοδοτών προβλέπει αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων για τους επόμενους τρεις μήνες

Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης διαμορφώνονται στο +21%,

αποτελώντας τις υψηλότερες προοπτικές για 11 και πλέον χρόνια

και παρουσιάζοντας βελτίωση κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση

με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους

 

  • Οι Έλληνες εργοδότες καταγράφουν αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων για το προσεχές τρίμηνο. Με το 31% των εργοδοτών να προβλέπει αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων, το 4% να αναμένει μείωση και το 63% να μην αναμένει κάποια αλλαγή.
  • Οι ισχυρότερες προθέσεις προσλήψεων καταγράφονται στον τομέα των Κατασκευών, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +26%. Επίσης, σημαντική αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων προβλέπεται στον τομέα Ηλεκτρισμός, Φυσικό Αέριο & Ύδρευση, με Προοπτικές της τάξης του +24%, και σε τρεις τομείς με Προοπτικές της τάξης του +23% – τον τομέα της Βιομηχανίας/Παραγωγής, τον τομέα των Μεταφορών & Επικοινωνιών και τον τομέα του Εμπορίου (Χονδρική & Λιανική).
  • Παράλληλα, οι εργοδότες στον τομέα της Γεωργίας καταγράφουν τις πιο αδύναμες προοπτικές απασχόλησης, με Προοπτικές της τάξης του +16%.
  • Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης στην Ευρύτερη Περιφέρεια Αττικής ανέρχονται σε +22%, καθώς οι εργοδότες αναμένουν την ισχυρότερη αγορά εργασίας των τελευταίων 11 ετών, ενώ οι εργοδότες στη Βόρεια Ελλάδα καταγράφουν Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +20%.
  • Οι εργοδότες τόσο στις Μεγάλου όσο και στις Μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις αναφέρουν αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +34% και +24%, αντίστοιχα, ενώ οι Προοπτικές για τις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις διαμορφώνονται στο +13%.

 

Αθήνα, 12 Μαρτίου 2019

Οι Έλληνες εργοδότες αναμένουν αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων για το προσεχές τρίμηνο, σύμφωνα με την Έρευνα για τις Προθέσεις Προσλήψεων της ManpowerGroup, όπως ανακοινώθηκε σήμερα από τη ManpowerGroup Ελλάδας. Σε συνέχεια της εποχικής προσαρμογής των δεδομένων, οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης ανέρχονται σε +21%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί εδώ και 11

χρόνια. Τα σχέδια προσλήψεων βελτιώνονται κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, και εμφανίζονται ενισχυμένα κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.

ManpowerGroup – Εξέλιξη του Δείκτη Προοπτικών Απασχόλησης στην Ελλάδα

«Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης, με τις βιομηχανίες να αυξάνουν τις επενδύσεις τους, οι οποίες θα οδηγήσουν σε νέες θέσεις εργασίας. Οι τομείς των Κατασκευών, της Ηλεκτρικής Ενέργειας, του Χονδρικού και του Λιανικού Εμπορίου είναι ανάμεσα σε αυτούς που θα γνωρίσουν την μεγαλύτερη ανάπτυξη το επόμενο τρίμηνο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λαμβάνουμε από τους πελάτες μας, η μεγαλύτερη ζήτηση αφορά θέσεις όπως είναι οι πωλητές και η εξυπηρέτηση πελατών”, δηλώνει ο Χαράλαμπος Καζαντζίδης, Γενικός Εμπορικός Διευθυντής της ManpowerGroup Ελλάδας.

Αναλυτικά: Συγκρίσεις ανά Τομέα Οικονομικής Δραστηριότητας

Οι εργοδότες και στους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας αναμένουν να αυξήσουν τον αριθμό των ατόμων που απασχολούν κατά το διάστημα από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 2019. Οι ισχυρότερες προθέσεις προσλήψεων καταγράφονται στον τομέα των Κατασκευών, με Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +26%. Προβλέπεται επίσης σημαντική αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων στον τομέα Ηλεκτρισμός, Φυσικό Αέριο & Ύδρευση, με Προοπτικές της τάξης του +24%, και σε τρεις τομείς με Προοπτικές της τάξης του +23% – τον τομέα της Βιομηχανίας/Παραγωγής, τον τομέα Μεταφορές & Επικοινωνίες και τον τομέα Εμπόριο (Χονδρική & Λιανική).  Οι εργοδότες του τομέα του Τουρισμού αναμένουν υγιή δραστηριότητα προσλήψεων, με Προοπτικές της τάξης του +21%, ενώ οι Προοπτικές του τομέα Χρηματοοικονομικά, Ασφάλειες, Ακίνητη Περιουσία και Παροχή Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις ανέρχονται σε +19%.

Τα σχέδια προσλήψεων ενισχύονται σε έξι από τους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Οι εργοδότες του τομέα Ηλεκτρισμός, Φυσικό Αέριο & Ύδρευση καταγράφουν τη σημαντικότερη βελτίωση, κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αυξήσεις της τάξης των 9 και 6 ποσοστιαίων μονάδων καταγράφονται στον τομέα των Κατασκευών και τον τομέα της Βιομηχανίας/Παραγωγής αντίστοιχα. Ωστόσο, οι Προοπτικές αποδυναμώνονται σε τρεις τομείς, μεταξύ αυτών και στο τομέα Χρηματοοικονομικά, Ασφάλειες, Ακίνητη Περιουσία και Παροχή Υπηρεσιών προς Επιχειρήσεις, όπου οι εργοδότες καταγράφουν μείωση της τάξης των 2 ποσοστιαίων μονάδων.

Σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, οι προθέσεις προσλήψεων βελτιώνονται σε οκτώ από τους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας, με σημαντικότερη την αύξηση κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες τόσο στον τομέα των Κατασκευών όσο και στον τομέα της Βιομηχανίας/Παραγωγής. Παράλληλα, οι εργοδότες του τομέα του Τουρισμού καταγράφουν αύξηση 9 ποσοστιαίων μονάδων, και οι Προοπτικές εμφανίζονται ενισχυμένες κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες στον τομέα Μεταφορές & Επικοινωνίες και στον τομέα Εμπόριο (Χονδρική & Λιανική). Παράλληλα, οι εργοδότες του τομέα της Γεωργίας καταγράφουν μικρή μείωση της τάξης των 3 ποσοστιαίων μονάδων.

 

Συγκρίσεις ανά μέγεθος οργανισμού

 Οι εργοδότες αναμένουν αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων και στις τέσσερις κατηγορίες μεγέθους οργανισμού κατά το προσεχές τρίμηνο. Την ισχυρότερη αγορά εργασίας αναμένουν οι εργοδότες των Μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίοι αναφέρουν αισιόδοξες Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης της τάξης του +34%. Οι εργοδότες των Μεσαίων και Μικρών επιχειρήσεων αναφέρουν υγιή σχέδια προσλήψεων, με Προοπτικές της τάξης του +24% και +21% αντίστοιχα, ενώ οι Προοπτικές για τις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις ανέρχονται σε +13%.

Οι προοπτικές προσλήψεων ενισχύονται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο για τους εργοδότες των Μεγάλων επιχειρήσεων, και κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες για τις κατηγορίες των Πολύ Μικρών και Μικρών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ, οι εργοδότες στις Μεσαίες επιχειρήσεις καταγράφουν σχετικά σταθερά σχέδια προσλήψεων.

Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, τα σχέδια προσλήψεων βελτιώνονται σημαντικά, κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, για τους εργοδότες των Μεγάλων επιχειρήσεων, και εμφανίζονται ενισχυμένες κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες στην κατηγορία των Μεσαίων επιχειρήσεων. Οι εργοδότες στις Μικρές επιχειρήσεις αναφέρουν αύξηση 6 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ οι Προοπτικές για τις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις εμφανίζονται αμετάβλητες.

 

Διεθνείς Συγκρίσεις

Περισσότεροι από 59.000 εργοδότες σε 44 χώρες και επικράτειες συμμετείχαν στην έρευνα της ManpowerGroup για τη σφυγμομέτρηση της αναμενόμενης δραστηριότητας στην αγορά εργασίας* κατά το διάστημα από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 2019. Όλοι οι συμμετέχοντες απάντησαν στην εξής ερώτηση: «Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η μεταβολή στο συνολικό αριθμό των ατόμων που απασχολούνται στον οργανισμό σας, στην περιοχή ευθύνης σας, κατά τους τρεις επόμενους μήνες, μέχρι και το τέλος Ιουνίου 2019, σε σχέση με το τρέχον τρίμηνο;»

 

Η έρευνα της ManpowerGroup για το δεύτερο τρίμηνο του 2019 αποκαλύπτει ότι οι εργοδότες αναμένουν αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων σε 40 από τις 44 χώρες και επικράτειες στο διάστημα έως και το τέλος Ιουνίου.

Οι εργοδότες σε 15 από τις 44 χώρες και επικράτειες που συμμετείχαν στη έρευνα, αναφέρουν ενισχυμένα σχέδια προσλήψεων σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ καταγράφονται αποδυναμωμένες προθέσεις προσλήψεων σε 18 και δεν αναμένεται καμία αλλαγή σε 11. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου του 2018, οι Προοπτικές βελτιώνονται σε 13 χώρες και επικράτειες, μειώνονται σε 27 και διατηρούνται αμετάβλητες σε τέσσερις. Το πιο αισιόδοξο κλίμα προσλήψεων καταγράφεται στην Κροατία, την Ιαπωνία, την Ελλάδα, τις ΗΠΑ, το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν, ενώ οι πιο αδύναμες αγορές εργασίας αναμένονται στην Αργεντινή, την Ουγγαρία, την Ισπανία και την Τουρκία.

Αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων προβλέπεται σε 23 από τις 26 χώρες της περιφέρειας Ευρώπη, Μέση Ανατολή & Αφρική (ΕΜΕΑ) κατά το δεύτερο τρίμηνο, ενώ η δραστηριότητα προσλήψεων προβλέπεται αμετάβλητη σε τρεις. Οι προθέσεις προσλήψεων βελτιώνονται σε 10 χώρες σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά αποδυναμώνονται σε οκτώ. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, οι εργοδότες αναφέρουν ενισχυμένα σχέδια προσλήψεων σε 10 χώρες, αλλά οι Προοπτικές αποδυναμώνονται σε 15. Οι εργοδότες σε Κροατία και Ελλάδα αναφέρουν τις ισχυρότερες προοπτικές προσλήψεων για το προσεχές τρίμηνο, ενώ οι πιο αδύναμες αγορές εργασίας αναμένονται σε Ουγγαρία, Ισπανία και Τουρκία.

Αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2019, αναμένεται και στις οκτώ χώρες και επικράτειες της Ασίας-Ωκεανίας που συμμετείχαν στην έρευνα. Οι εργοδότες σε δύο χώρες και επικράτειες αναφέρουν ενισχυμένες προθέσεις προσλήψεων σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά οι Προοπτικές αποδυναμώνονται σε τέσσερις. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα πέρσι, το κλίμα προσλήψεων ενισχύεται επίσης σε δύο χώρες και επικράτειες αλλά αποδυναμώνεται σε τέσσερις. Η ισχυρότερη δραστηριότητα προσλήψεων αναμένεται σε Ιαπωνία και Χονγκ Κονγκ, ενώ οι Κινέζοι εργοδότες αναμένουν το πιο επιφυλακτικό κλίμα προσλήψεων.

Οι εργοδότες σε εννέα από τις 10 χώρες της Βόρειας, Νότιας και Κεντρικής Αμερικής που συμμετέχουν στην έρευνα προσδοκούν να αυξήσουν τον αριθμό των ατόμων που απασχολούν κατά το προσεχές τρίμηνο, ενώ σε μία χώρα η αγορά εργασίας αναμένεται να παραμείνει αμετάβλητη. Σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, οι προοπτικές προσλήψεων βελτιώνονται σε τρεις χώρες, ενώ αποδυναμώνονται σε έξι. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, τα σχέδια προσλήψεων ενισχύονται σε μία χώρα, αλλά αποδυναμώνονται σε οκτώ. Οι πιο αισιόδοξες προθέσεις προσλήψεων καταγράφονται στις ΗΠΑ και το Μεξικό, ενώ οι εργοδότες στην Αργεντινή και τον Παναμά αναφέρουν τις πιο αδύναμες Προοπτικές.

Σχετικά με τη ManpowerGroup™

Η ManpowerGroup®, η κορυφαία διεθνώς εταιρία παροχής λύσεων ανθρώπινου δυναμικού, βοηθά τους οργανισμούς να εξελίσσονται και να ξεχωρίζουν σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα παρέχοντας υπηρεσίες όπως η εύρεση, η αξιολόγηση, η ανάπτυξη και η διαχείριση ταλέντων. Αναπτύσσουμε καινοτόμες λύσεις για εκατοντάδες χιλιάδες οργανισμούς κάθε χρόνο, παρέχοντάς τους εξειδικευμένα ταλέντα, ενώ, παράλληλα, βρίσκουμε ουσιαστικές θέσεις εργασίας για εκατομμύρια ανθρώπους από ένα ευρύ φάσμα κλάδων και δεξιοτήτων. Η εξειδικευμένη οικογένεια των “brands” μας – Manpower®, Experis®, Right Management® και ManpowerGroup® Solutions – δημιουργεί ουσιώδη αξία για τους υποψηφίους και πελάτες σε 80 χώρες εδώ και 70 χρόνια. Το 2019, η ManpowerGroup αναδείχτηκε ως “Fortune’s Most Admired Companies”, για 17ο συνεχόμενο έτος ενώ παράλληλα αναγνωρίστηκε για 10η συνεχή χρονιά ως μια από τις πλέον Ηθικές Εταιρίες στον Κόσμο – “World’s Most Ethical Companies”, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως την πιο αξιόπιστη και αξιόλογη εταιρία στον κλάδο. Δείτε πώς η ManpowerGroup ενδυναμώνει το μέλλον της εργασίας: www.manpowergroup.com

 

Ο όμιλος ManpowerGroup στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο όμιλος ManpowerGroup ιδρύθηκε το 1998. Μέσα από το δίκτυο 3 υποκαταστημάτων στην Αττική, Θεσσαλονίκη και Κύπρο εντοπίζουμε, αξιολογούμε, αναπτύσσουμε και διαχειριζόμαστε ταλέντα σε όλο το φάσμα βασικών κλάδων της οικονομίας. Πιστοποιημένη σύμφωνα με το διεθνές πρότυπο ποιότητας ISO 9001:2015, στους τομείς εύρεσης και επιλογής προσωπικού καθώς και υπηρεσιών προσωρινής απασχόλησης σε όλο το δίκτυο των υποκαταστημάτων της.

Πηγή

Continue Reading

Έρευνες

Έρευνα εξαγωγών της Ελλάδας

Υποχώρηση κατά 1,5% σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές τον Ιανουάριο 2019 συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα του 2018, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα 08.03.2019 η Ελληνική Στατιστική Αρχή και επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) του ΣΕΒΕ. Πιο συγκεκριμένα, οι εξαγωγές της Ελλάδας τον Ιανουάριο 2019 ανήλθαν στο ποσό των €2.502,2 εκατ. έναντι €2.541,3 εκατ. τον Ιανουάριο 2018, παρουσιάζοντας μείωση κατά €39,1 εκατ. Αντίθετα, οι εισαγωγές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία ανερχόμενες σε €4.660,3 εκατ. έναντι €4.521,8 εκατ. με την αύξηση να διαμορφώνεται στο ποσό των €138,5 εκατ., ήτοι 3,1%, έχοντας ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του εμπορικού μας ελλείμματος κατά €177,6 εκατ., ήτοι 9,0%, το οποίο ανήλθε σε €2.158,1 εκατ.

 

Πίνακας 1. Εξωτερικό εμπόριο αγαθών Ελλάδας, Ιανουάριος 2018/2019

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία: ΙΕΕΣ-ΣΕΒΕ, ΕΤ: Ετήσια Τάση

 

 

 

 

Εξαιρώντας τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές μας κινήθηκαν ανοδικά τον Ιανουάριο 2019 και ανήλθαν στο ποσό των €1.797,9 εκατ. έναντι €1.707,3 εκατ. τον Ιανουάριο 2018, με την αύξηση να διαμορφώνεται σε €84,6 εκατ., δηλαδή 5,0%. Οι εισαγωγές χωρίς τα καύσιμα ανήλθαν σε €3.324,8 εκατ., αυξημένα κατά €202,2 εκατ., δηλαδή 6,5% σε ετήσια βάση, ενώ αντίστοιχα ανοδική ήταν και η μεταβολή του εμπορικού ελλείμματος κατά €117,6 εκατ., δηλαδή 8,3%.

 

Πίνακας 2. Εξωτερικό εμπόριο αγαθών Ελλάδας, χωρίς πετρελαιοειδή, Ιανουάριος 2018/2019

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία: ΙΕΕΣ-ΣΕΒΕ, ΕΤ: Ετήσια Τάση

 

 

 

 

Όσον αφορά στους κλάδους, σημαντική μείωση σημειώθηκε στον κλάδο των βιομηχανικών κατά €32,5 εκατ., δηλαδή 8,0%, καθώς και στα λίπη και έλαια κατά €62,3 εκατ., δηλαδή 57,4%. Αντίθετα, οι υπόλοιποι κλάδοι παρουσίασαν αύξηση της εξαγωγικής τους επίδοσης και πιο συγκεκριμένα τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά €11,2 εκατ., δηλαδή 3,3%, τα χημικά προϊόντα κατά €87,1 εκατ., δηλαδή 35,3%, τα μηχανήματα-οχήματα κατά €9,0 εκατ., δηλαδή 4,0%, τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα κατά €43,0 εκατ., δηλαδή 25,9%, οι πρώτες ύλες κατά €17,8 εκατ., δηλαδή 15,6% και τα ποτά και καπνά κατά €11,9 εκατ., δηλαδή 26,3%.

 

Πίνακας 3. Εξαγωγές Ελλάδας ανά κλάδο, χωρίς πετρελαιοειδή, Ιανουάριος 2018/2019

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία: ΙΕΕΣ-ΣΕΒΕ, ΕΤ: Ετήσια Τάση

 

 

 

 

 

 

 

Διάγραμμα 1. Μεταβολή κυριότερων εξαγωγικών κλάδων, χωρίς πετρελαιοειδή,

Ιανουάριος 2018/2019

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία: ΙΕΕΣ-ΣΕΒΕ, ΕΤ: Ετήσια Τάση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αναφορικά με τις χώρες που αποστέλλονται τα ελληνικά προϊόντα, το 59,3% προορίζεται για χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 40,7% για Τρίτες Χώρες, ενώ αν εξαιρέσουμε τα καύσιμα, τα ποσοστά διαμορφώνονται σε 70,5% για την Ε.Ε. και 29,5% για τις Τρίτες Χώρες.

 

Πηγή

Continue Reading

Έρευνες

Έρευνα «ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ»

Ανοδικά κινήθηκε η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυροκομικών προϊόντων τη διετία

2017-2018.

  • Η συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016.
  • Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής (62%-65%).
  • Αύξηση παρουσιάζει και η κατανάλωση εισαγόμενων τυριών με τη συμμετοχή τους να κυμαίνεται στο 35%-38%.
  • Οι εξαγωγές έφτασαν σε υψηλό δεκαετίας το 2017, με τη φέτα να αποσπά το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής (76,8%).
  • Τη διετία 2019-2020 προβλέπεται αύξηση της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης τυροκομικών προϊόντων με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2%.

Τα τυροκομικά προϊόντα ως βασικό είδος διατροφής παρουσιάζουν (στο σύνολό τους) χαμηλή ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή πώλησης και το διαθέσιμο εισόδημα. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν τη τελική ζήτηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών (ποικιλιών) τυριών.

Ο κλάδος των τυροκομικών προϊόντων περιλαμβάνει πληθώρα παραγωγικών επιχειρήσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι μεγάλες βιομηχανικές εταιρείες διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα διανομής, καλύπτοντας γεωγραφικά το σύνολο σχεδόν της ελληνικής επικράτειας. Οι μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις καλύπτουν τις ανάγκες κυρίως των τοπικών αγορών αλλά διοχετεύουν και μέρος των προϊόντων τους σε άλλες (γεωγραφικές) αγορές. Επιπροσθέτως, ο κλάδος περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό μικρών οικογενειακών τυροκομείων, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Αξιόλογος είναι και ο αριθμός των εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, οι περισσότερες εκ των οποίων δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των ειδών διατροφής. Οι μεγαλύτερες από τις εισαγωγικές εταιρείες του κλάδου διατηρούν ένα ευρύ δίκτυο διανομής και εισάγουν μεγάλη ποικιλία προϊόντων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιες από αυτές διατηρούν και άμεσες σχέσεις/ συνεργασίες με πολυεθνικές εταιρείες του κλάδου των γαλακτοκομικών/ τυροκομικών. Σημαντικό μέρος των εισαγωγών αφορούν προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση (επιχειρήσεις μαζικής εστίασης, catering).

Στον εξεταζόμενο κλάδο δραστηριοποιούνται και επιχειρήσεις που ασχολούνται με την τυποποίηση και συσκευασία τυροκομικών προϊόντων για ίδιο λογαριασμό, καθώς και για λογαριασμό τρίτων. Ορισμένες παραγωγικές μονάδες τυροκομικών προϊόντων (αλλά και εισαγωγικές εταιρείες) τυποποιούν οι ίδιες μέρος των προϊόντων τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού. Τα παραπάνω προκύπτουν από την τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης «Τυροκομικά Προϊόντα» που εκπόνησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Α.Ε.

Η Ελευθερία Παραμαρίτη, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, αναφέρει ότι η  συνολική εγχώρια παραγωγή τυριών παρουσίασε αύξηση 1,7% το 2017 σε σχέση με το 2016. Άνοδος της παραγωγής εκτιμάται και για το 2018 με ρυθμό περίπου 2,4%. Η κατηγορία των μαλακών τυριών κατέχει διαχρονικά το μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική παραγωγή τυροκομικών προϊόντων. Ειδικότερα, το ποσοστό συμμετοχής της στο σύνολο της παραγόμενης ποσότητας από τις βιομηχανικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε σε 74,3% το 2017. Το μεγαλύτερο μέρος των μαλακών τυριών αφορά τη φέτα. Τα σκληρά και ημίσκληρα τυριά καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση με το ποσοστό συμμετοχής τους να διαμορφώνεται σε 14,5% το 2017.

Ακολουθεί η κατηγορία των τυριών τυρογάλακτος, η οποία απέσπασε μερίδιο παραγωγής 11,1% το 2017. Τέλος, αμελητέο είναι το ποσοστό συμμετοχής των λιωμένων τυριών στο σύνολο της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής (κυμαίνεται στο 0,1% τα τελευταία έτη). Σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει καταχωρημένα 21 ελληνικά τυριά με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ). Η παραγωγή τυριών Π.Ο.Π. κατέλαβε το 63,2% της συνολικής παραγωγής από βιομηχανικές επιχειρήσεις το 2017.

Σύμφωνα με τη Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP, η συνολική εγχώρια κατανάλωση τυριών παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης την περίοδο 2015-2016. Το 2017 επανέρχεται σε ανοδική τροχιά καταγράφοντας μικρή άνοδο της

τάξης του 1%, τάση η οποία εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2018 με μεγαλύτερο όμως ρυθμό (1,7%). Η εισαγωγική διείσδυση κυμαίνεται στο 35%-38% τα τελευταία έτη. Το ποσοστό εξαγωγικής επίδοσης κυμαίνεται στο 25%-27% περίπου την ίδια περίοδο.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης καλύπτεται διαχρονικά από τα τυριά ελληνικής παραγωγής, το ποσοστό των οποίων διαμορφώθηκε σε 62% το 2017 επί της συνολικής κατανάλωσης. Η κατηγορία «φέτα, τελεμές, μαλακά τυριά» καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό τόσο στην κατανάλωση ελληνικών τυριών όσο και στο σύνολο της κατανάλωσης τυροκομικών. Το 2017 περίπου το 13% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης αφορούσε τυποποιημένα τυροκομικά προϊόντα. Σημάδια σχετικής σταθεροποίησης παρουσιάζουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (P-L), με το ποσοστό συμμετοχής τους να εκτιμάται στο 10% για το 2017. Όσον αφορά την κατανομή της εγχώριας κατανάλωσης, το κανάλι των supermarkets και τα λοιπά σημεία λιανικών πωλήσεων εκτιμάται ότι απορρόφησαν το 52% περίπου το 2017. Οι επιχειρήσεις τροφοδοσίας, οι χώροι μαζικής εστίασης, οι ξενοδοχειακές μονάδες κλπ. εκτιμάται ότι κάλυψαν το υπόλοιπο 48%.

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συντάχθηκαν ομαδοποιημένοι ισολογισμοί, βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος εταιρειών.

Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 28 παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) προκύπτουν τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε σωρευτική αύξηση 44,6% το 2017/2013, τα δε ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 48,5% την ίδια περίοδο. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 35,4% το 2017 σε σχέση με το 2013. Λόγω συγκράτησης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν με μεγαλύτερο ρυθμό (39,6%). Οι παραπάνω μεταβολές είχαν σαν αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό των λειτουργικών κερδών το 2017 σε σχέση με το 2013. Ανάλογη ανοδική πορεία ακολούθησαν και τα καθαρά (προ φόρων) κέρδη. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών την εξεταζόμενη περίοδο οφείλεται εν μέρει και στις ανακατατάξεις που σημειώθηκαν στον κλάδο (απορροφήσεις επιχειρήσεων) τα προηγούμενα χρόνια.

Αντίστοιχα, από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 5 επιχειρήσεων εισαγωγής τυροκομικών (με δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία για την πενταετία 2013-2017) παρατηρούνται τα εξής: το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε αύξηση 15,5% το 2017/2013 και τα συνολικά ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν κατά 8%. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρουσίασαν αύξηση 9% το 2017 σε σύγκριση με το 2013, ενώ λόγω μείωσης του κόστους τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 14,1%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των λειτουργικών κερδών κατά 28,5% το 2017/2013. Ομοίως, τα EBITDA ενισχύθηκαν κατά 24,2% την ίδια περίοδο.

Continue Reading

Trending