Connect with us

Έρευνες

ΜΕΛΕΤΗ ICAP: «ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ»

Σε φάση σταθεροποίησης η χονδρική αγορά φαρμάκων

  • Η αγορά φαρμάκου παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη την τελευταία τριετία (2015-2017), ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.
  • Τo 40,5% της αγοράς αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.
  • Οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία από το 2014 και έπειτα, ενώ οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης.

Οι τελευταίες εξελίξεις και προοπτικές του φαρμακευτικού κλάδου παρουσιάζονται στην τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP.

Ο φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί έναν από τους πιο στενά εποπτευόμενους και ρυθμιζόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, λόγω του αυστηρού θεσμικού πλαισίου που τον διέπει. Το εν λόγω πλαίσιο, καθορίζει το γενικότερο φάσμα δραστηριοποίησης του κλάδου και καλύπτει την ανάγκη για διασφάλιση της ποιότητας στην παρασκευή σκευασμάτων, τον εκσυγχρονισμό και την τήρηση των σχετικών προδιαγραφών, τον καθορισμό τιμών, τη συνταγογράφηση, κ.ά.

Στην ελληνική αγορά φαρμάκου εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περισσότερες από 100 φαρμακευτικές επιχειρήσεις και απασχολούνται 12.000 εργαζόμενοι περίπου. Σημαντικά ποσά επενδύονται σε ερευνητικά προγράμματα από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν ισχυρή παρουσία, τα οποία αφορούν θεραπευτικούς τομείς με σημαντικά περιθώρια εξέλιξης. Η εγχώρια ετήσια δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) εκτιμάται σε €100 εκατ. περίπου.

Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη (δημόσια & ιδιωτική) παρουσίασε ανοδική πορεία την περίοδο 2006-2009 και το 2009 διαμορφώθηκε σε €8.461 εκατ. (3,7% του ΑΕΠ).  Τα τελευταία χρόνια (2010-2017) η συνολική φαρμακευτική δαπάνη καταγράφει διαχρονική πτώση και το 2017 εκτιμάται σε €5.780 εκατ., καλύπτωντας 3,3% του ΑΕΠ.

Ανάλογη εικόνα και πορεία εμφανίζει και η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Την περίοδο 2006-2009 κινήθηκε ανοδικά με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,6%, ενώ διαμορφώθηκε σε €1.945 εκατ. περίπου το 2017 (την περίοδο 2010-2017 μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,2%). Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη δεν θα υπερβεί το ίδιο ποσό το 2018.

Αντίστοιχα, η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη εμφάνιζε μειοψηφική συμμετοχή επί της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, την περίοδο 2007-2011. Την περίοδο 2012-2015, διευρύνθηκε με έντονο ρυθμό, με συνέπεια το 2016 να ανέλθει σε €3.875 εκατ., ενώ το 2017 διαμορφώθηκε σε €3.835 εκατ. 

H αξία των εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,7% την περίοδο 2002-2011. To 2012 παρουσίασε σημαντική πτώση, ωστόσο, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία «προσαρμόστηκε» γρήγορα στις νέες συνθήκες της εγχώριας αγοράς (αυξανόμενη ζήτηση για γενόσημα φάρμακα, εξαγωγές, κτλ), με αποτέλεσμα από το 2013 η συνολική αξία των εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων να παρουσιάζει διαχρονική άνοδο.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, παρουσιάζει, ομολογουμένως, αισθητή βελτίωση στην οικονομική της αποδοτικότητα, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης χρήσης εγχωρίως παραγόμενων γενοσήμων φαρμάκων και της διεύρυνσης της εξαγωγικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ενισχύουν τη δραστηριότητα των εγχώριων αντιπροσώπων τους και προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με το Μάρκο Κοντοέ, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, ο οποίος επιμελήθηκε της παρούσας μελέτης, το συνολικό μέγεθος της αγοράς φαρμάκων (σε τιμές χονδρικής) παρουσίασε αύξηση την περίοδο 2000-2009, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 14,1%. Ωστόσο, η υφεσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και οι αλλεπάλληλες μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας της αγοράς από το 2010 και έπειτα. Την τελευταία τριετία (2015-2017) παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης. Από το συνολικό μέγεθος αγοράς, τo 40,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.

Η Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP αναφέρει ότι η οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών και η ανάγκη για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για τον εξορθολογισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, δημιούργησαν νέα δεδομένα και συνθήκες στην αγορά του φαρμάκου και αναπόφευκτα καθόρισαν την πορεία της.

Η επιβολή «εξοντωτικών» εκπτώσεων/κλιμακωτών εισφορών (rebate/clawback), το ύψος των οποίων διευρύνεται συνεχώς, συντηρούν το κλίμα οικονομικών πιέσεων στον κλάδο. Το συνολικό ποσό για το 2017 ανέρχεται σε €478 εκατ. (Clawback) και €402 εκατ. (Rebate). Το φαινόμενο εκτιμάται ότι θα διογκωθεί τα προσεχή έτη, καθώς οι εισφορές με τις οποίες αναμένεται να επιβαρυνθούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις το 2018 αγγίζουν τα €1.050 εκατ.

Μείζον πρόβλημα παραμένουν οι οφειλές από πλευράς του δημοσίου, οι οποίες δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις και παρενέργειες, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων. Το συνολικό ύψος των χρεών των Νοσοκομείων ΕΟΠΥΥ προς τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις – μέλη του ΣΦΕΕ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παραμένει υψηλό καθώς διαμορφώθηκε σε €556 εκατ. τον Σεπτέμβριο του 2018 από €1.194 εκατ. το 2015. 

Από τη συγκριτική χρηματοοικονομική ανάλυση παραγωγικών/εισαγωγικών επιχειρήσεων προκύπτει πως οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία (από το 2014 και έπειτα). Οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης, αλλά και βραχυπρόθεσμων τραπεζικών υποχρεώσεων προς πωλήσεις. Τόσο ο μέσος όρος είσπραξης απαιτήσεων όσο και ο μέσος όρος εξόφλησης προμηθευτών (σε ημέρες) είναι σαφώς μεγαλύτερος για τις παραγωγικές επιχειρήσεις.

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος παραγωγικών επιχειρήσεων παρουσίασε σωρευτική αύξηση 17,3% περίπου την περίοδο 2013-2017. Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων του κλάδου διευρύνθηκαν την εξεταζόμενη πενταετία (σωρευτική αύξηση: 10,3%), ενώ o συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου μειώθηκε κατά 2,1%. Τα λειτουργικά κέρδη παρουσίασαν αυξομειώσεις στη διάρκεια της εξεταζόμενης πενταετίας και το 2017 επανήλθαν στα ίδια επίπεδα με το 2013, ενώ τα καθαρά κέρδη παρουσίασαν διαχρονική αύξηση (2017/2013: +38,8%).

Το σύνολο του ενεργητικού δείγματος εισαγωγικών επιχειρήσεων κατέγραψε σωρευτική μείωση 3,7% περίπου την περίοδο 2013-2017. Τα ίδια κεφάλαια σταθεροποιήθηκαν την τελευταία διετία (2016-2017), ενώ αυξομειώσεις παρουσίασαν την εξεταζόμενη πενταετία οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις των εισαγωγικών επιχειρήσεων. Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις περιορίστηκαν κατά 63% και ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου υποχώρησε (κατά 9,2%) την περίοδο 2013-2017. Το λειτουργικό αποτέλεσμα ακολούθησε φθίνουσα πορεία την περίοδο 2013-2016, ενώ το 2017 επανήλθε στα επίπεδα του 2013. Ανάλογη πορεία κατέγραψε και το καθαρό αποτέλεσμα, το οποίο επιδεινώθηκε (κατά 28,7%) το 2017/13, ενώ και τα κέρδη EBITDA περιορίστηκαν κατά 19% περίπου την ίδια περίοδο.

Οι πωλήσεις φαρμάκων, σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι διαμορφώθηκαν σε $1.158 δισ. το 2017, ενώ αναμένεται να ανέλθουν σε $1.550 δισ. το 2022. Η ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου (σε τιμές χονδρικής) εκτιμάται σε €207 δισ. περίπου το 2017, από €199,2 δισ. το προηγούμενο έτος (αύξηση 3,9%).

Πηγή

Επιχειρηματικότητα

Ανάκαμψη στις προθέσεις προσλήψεων παγκοσμίως.

Μετά την πανδημία, οι αγορές καταγράφουν ισχυρές προθέσεις προσλήψεων με την έλλειψη ταλέντου όμως να πρωταγωνιστεί.

Πως οι οργανισμοί την αντιμετωπίζουν

Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα Προοπτικών Απασχόλησης της ManpowerGroup για το 4ο τρίμηνο του 2021, οι προθέσεις προσλήψεων των 45.000 εργοδοτών που συμμετείχαν στην ερεύνα είναι υψηλότερες σε ετήσια σύγκριση -σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2020.  Οι 14 από τις 43 χώρες αναφέρουν τις υψηλότερες προθέσεις των τελευταίων δέκα ετών. ΄Ωστόσο, η εύρεση εξειδικευμένων ταλέντων παραμένει κορυφαία πρόκληση για τους εργοδότες παγκοσμίως – το 69% αναφέρει δυσκολία στην κάλυψη κενών θέσεων – το υψηλότερο ποσοστό των 15 ετών για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο. Οι εργοδότες με την μεγαλύτερη δυσκολία καταγράφονται στην Ινδία (89%), στη Ρουμανία (84%) και στη Σιγκαπούρη (84%). Και οι Έλληνες εργοδότες αγωνίζονται να βρουν εξειδικευμένα ταλέντα με το ποσοστό να αγγίζει το 72% – ίδιο ποσοστό και για τις ΕΜΕΑ χώρες. 

Αντιμετώπιση Έλλειψης Ταλέντου

Οι Έλληνες εργοδότες προσφέρουν τα παρακάτω κίνητρα ώστε να προσελκύσουν ταλέντα τις επιχειρήσεις τους: 

  • Εκπαίδευση, Ανάπτυξη δεξιοτήτων ή η επαγγελματική καθοδήγηση (55%)
  • Ευέλικτα ωράρια εργασίας (42%)
  • Υψηλό μισθό (39%) και Μπόνους και (29%)

Από την άλλη πλευρά, παγκοσμίως ο πρωταρχικός τρόπος αντιμετώπισης της έλλειψης ταλέντου αποτελεί η προσφορά εργασιακής ευελιξίας (67%) τόσο σε επίπεδο ωραρίου όσο και χώρου εργασίας ενώ το 41% ​​επενδύει στην κατάρτιση, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και το mentoring.

Ανάπτυξη και διακράτηση ταλέντων 

Σε περιόδους μετασχηματισμών και αβεβαιότητας, οι προσωπικές και τεχνικές δεξιότητες είναι πιο σημαντικές από ποτέ για τους εργαζόμενους αλλά και τους ηγέτες. Τα προγράμματα αναβάθμισης τεχνικών δεξιοτήτων, προσωπικών δεξιοτήτων και τα προγράμματα ανάπτυξης για μάνατζερς και ανώτερα στελέχη αποτελούν βασικές προτεραιότητες ανάπτυξης και διακράτησης ταλέντων για τις ομάδες ανθρώπινου δυναμικού. Συγκεκριμένα, το 42% των Ελλήνων εργοδοτών σχεδιάζει να υιοθετήσει προγράμματα αναβάθμισης προσωπικών δεξιοτήτων (π.χ. διαχείριση χρόνου, επικοινωνία) (διάρκειας 6 εβδομάδων ή λιγότερο), το 38% σχεδιάζει να εφαρμόσει προγράμματα ανάπτυξης για μάνατζερς και ανώτερα στελέχη και το 37% σχεδιάζει να επενδύσει σε προγράμματα αναβάθμισης τεχνικών δεξιοτήτων (διάρκειας 6 εβδομάδων ή λιγότερο).

Όπως αναφέρουν οι εργοδότες, το μεγαλύτερο εμπόδιο αναφορικά με την αύξηση εφαρμογής προγραμμάτων ανάπτυξης δεξιοτήτων στον οργανισμό τους είναι: τα χρήματα (33%), ο χρόνος (16%) και η πρόσβαση στους κατάλληλους συνεργάτες για αναβάθμιση/ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού (12%). 

Επένδυση στο υπάρχον ταλέντο 

Γνωρίζουμε ότι η διακράτηση των ανθρώπων είναι η βέλτιστη οικονομική λύση σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, σε σύγκριση με την διαδικασία πρόσληψης και εκπαίδευσης νέων ανθρώπων. Το κόστος της πρόσληψης είναι 25% υψηλότερο σε σχέση με το κόστος της διακράτησης. Εάν οι οργανισμοί επενδύσουν στο υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό τους, δε θα δημιουργήσουν μόνο πιο εξειδικευμένους εργαζόμενους, αλλά θα εξοικονομήσουν χρόνο και χρήμα. Η επένδυση στους ανθρώπους είναι ένας σημαντικός τρόπος για να παραμείνει ένας οργανισμός ανταγωνιστικός.

Continue Reading

Έρευνες

Έρευνα: Η συστηματική άσκηση σε παιδιά υπέρβαρα ή παχύσαρκα βελτιώνει τους δείκτες καρδιομεταβολικού κινδύνου

Είναι γνωστό ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες η παιδική παχυσαρκία έχει οκταπλασιαστεί παγκοσμίως. Επιπλέον, οι καρδιαγγειακές παθήσεις έχοντας τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία, δημιουργούν πολλά προβλήματα κατά την μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Αν και οι παρεμβάσεις για τον περιορισμό των παραγόντων κινδύνου που οδηγούν σε καρδιαγγειακές παθήσεις στην ενήλικη ζωή είναι πολλές, αυτό δεν σημαίνει ότι μια δυσμενής κατάσταση που αναπτύσσεται στην παιδική ηλικία είναι πλήρως αναστρέψιμη.

Επιμέλεια: SmArT Lab, Τ.Ε.Φ.Α.Α. του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Επιπρόσθετα, υπάρχει έλλειψη ερευνητικών δεδομένων αναφορικά με παρεμβατικά προγράμματα φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ελαστικότητα των παιδιών.

Μελέτη

Η Catherine Davis και οι συνεργάτες της από το Medicine College of Georgia και την Medical school of South Carolina των ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τις επιδράσεις της φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ανελαστικότητα παιδιών, αξιολόγησαν την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος (Arterial Pulse Wave Velocity, PWV) πριν και μετά την εφαρμογή ενός 8-μηνου παρεμβατικού προγράμματος εξωσχολικής φυσικής δραστηριότητας σε 175 υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά 8-11 ετών.

Παράλληλα αξιολογήθηκαν και άλλοι δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως τα επίπεδα φυσικής κατάστασης και σωματικού λίπους, η αρτηριακή πίεση (ΒΡ), η γλυκόζη, η αντίσταση στην ινσουλίνη, τα λιπίδια και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη. Tα επίπεδα φυσικής κατάστασης, σωματικού λίπους και η αρτηριακή πίεση μετρήθηκαν ξανά στους 12 μήνες.  Το σύνολο των παιδιών χωρίστηκε σε δύο ομάδες, την πειραματική και την ελέγχου. Η πειραματική ομάδα ακολούθησε πρόγραμμα καρδιοαναπνευστικών δραστηριοτήτων υπό την καθοδήγηση γυμναστή για 40 λεπτά την ημέρα.

Η ομάδα ελέγχου συμμετείχε σε καθιστικές δραστηριότητες όπως τα επιτραπέζια παιχνίδια. Και οι δύο ομάδες φορούσαν καρδιοσυχνόμετρα ενώ συμμετείχαν σε πρόγραμμα εβδομαδιαίας επιβράβευσης επιθυμητών συμπεριφορών. Ειδικά, η πειραματική ομάδα για να κερδίσει πόντους θα έπρεπε η μέση ημερήσια καρδιακή συχνότητα να ξεπερνούσε τους 140 παλμούς/λεπτό.

Τι έδειξε η μελέτη

Η μελέτη είχε 89% διατηρησιμότητα με ένα επίπεδο συμμετοχής στις προπονήσεις της τάξης του 59% στην πειραματική ομάδα και 64% στην ομάδα ελέγχου. Η μέση καρδιακή συχνότητα κατά την άσκηση έφτασε στους 161 ± 7 παλμούς/λεπτό. Σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, η πειραματική ομάδα σημείωσε σημαντική βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής απόδοσης (αύξηση της VȮ2 peak κατά 2.7 mL/kg/min), μείωση του ποσοστού λίπους κατά περίπου 2% και μία σημαντική αύξηση της χοληστερόλης HDL (κατά 0.13 mmol/L).

Η μεταβολή δε της ελαστικότητας των αγγείων στους 8 μήνες παρουσίασε σημαντική συσχέτιση με τις μεταβολές στις τιμές ινσουλίνης, ινσουλινοαντίστασης, διαστολικής αρτηριακής πίεσης, δείκτη μάζας σώματος (BMI) και ποσοστού σωματικού λίπους.

Συμπέρασμα

Αν και το 8μηνο παρεμβατικό πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας δεν μείωσε την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος, βελτίωσε τα επίπεδα σωματικού λίπους, φυσικής κατάστασης και την καλή χοληστερόλη σε υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά.

Οι ερευνητές με βάση τα παραπάνω, προτείνουν την εφαρμογή προγραμμάτων συνδυάζοντας παρεμβάσεις διατροφής και άσκησης, τα οποία να είναι ευρέως προσβάσιμα και να χαρακτηρίζονται από διατηρησιμότητα των θετικών τους αποτελεσμάτων.

Τέλος  προτείνεται η υιοθέτηση μέτρων που να προωθούν την «συνταγογράφηση» παρεμβατικών προγραμμάτων υγείας ακόμα και από την παιδική ηλικία.

Πηγή

Υπεύθυνοι του εργαστηρίου είναι οι κ.κ. Θανάσης Τζιαμούρτας και Γιάννης Φατούρος οι οποίοι πλαισιώνονται από την Δρ. Χαρά Δελή (Επίκουρη Καθηγήτρια), τον Δρ. Παναγιώτη Τσιμέα (μέλος Ε.Ε.Π.), την Δρ. Νίκη Σύρου (μέλος Ε.ΔΙ.Π.), τους κ.κ. Δημήτρη Δραγανίδη και Θανάση Πούλιο (ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό) καθώς και ένα μεγάλο αριθμό διδακτορικών, μεταπτυχιακών και προπτυχιακών φοιτητών.

Smart Lab – ΤΕΦΑΑ Τρικάλων  – Παναγιώτης Τσιμέας

Davis, C.L., Litwin, S.E., Pollock, N.K. et al. Exercise effects on arterial stiffness and heart health in children with excess weight: The SMART RCT. Int J Obes 44: 1152–1163, 2020.

Continue Reading

Επιχειρηματικότητα

Πώς ένα πρόγραμμα ανάπτυξης προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων μπορεί να βοηθήσει στην επαγγελματική εξέλιξη των εργαζομένων.

Η επικοινωνία, οι διαπροσωπικές δεξιότητες, το εργασιακό ήθος και η διάθεση επίλυσης προβλημάτων είναι ικανότητες που ενισχύουν τη δυναμική των εταιρειών. Οι προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ενδυνάμωσης της ομάδας και κατ’ επέκταση της ίδιας της επιχείρησης. Με αυτό τον τρόπο ενισχύονται οι ικανότητες των εργαζομένων, οι οποίοι αποκτούν εφόδια προκειμένου να κερδίσουν νέους πελάτες, αλλά και να εξυπηρετήσουν καλύτερα τους ήδη υπάρχοντες. 

Τα προγράμματα ανάπτυξης προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων (social skills)  μπορούν να συμβάλλουν στην καλύτερη οργάνωση της εταιρείας, αποφέροντας πολλά οφέλη, εκ των οποίων τα 3 πιο σημαντικά είναι τα παρακάτω:

  1. Βελτίωση της εξυπηρέτησης πελατών

Οι εργαζόμενοι έχουν την ικανότητα να ακούσουν και να κατανοήσουν με ενσυναίσθηση τις ανάγκες των πελατών τους. Επιπλέον, είναι πιο ικανοί να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να συμβάλλουν στην επίλυσή του. Η συγκεκριμένη δεξιότητα θεωρείται πολύ σημαντική καθώς τα αποτελέσματα που επιφέρει ευνοούν τη σωστή και αποτελεσματική εξυπηρέτηση πελατών.

  1. Αύξηση πωλήσεων

Η ανάπτυξη των προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων ευεργετεί τις πωλήσεις της ομάδας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Οι ικανότητες των εργαζομένων βοηθούν στη διάδρασή τους με τους πελάτες.

Επιπρόσθετα, μέσω της ανάπτυξης των συγκεκριμένων δεξιοτήτων, οι εργαζόμενοι μπορούν να «πλησιάσουν» τους πελάτες τους με επαγγελματικό τρόπο. Μόλις οι εργαζόμενοι  διαθέσουν χρόνο στην κατανόηση και την επίλυση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι πελάτες τους, θα παρατηρήσουν κατευθείαν τις πωλήσεις τους να αυξάνονται.

  1. Διατήρηση και ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας

Η εταιρεία διατηρεί το ταλέντο της ομάδας της καθώς θα έχει επενδύσει στην επαγγελματική του εξέλιξη. Με αυτό τον τρόπο, η εταιρεία διασφαλίζει ότι δε θα υπάρξει ανάγκη να προσλάβει καινούριο και ανεκπαίδευτο προσωπικό., μειώνοντας παράλληλα  τα λειτουργικά της έξοδα.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες ενισχύουν τις γνώσεις των εργαζομένων και προάγουν την προσωπική τους ανέλιξη.

Continue Reading

Trending